Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

ΤΟ ΛΕΞΙΚΌ ΜΙ


Μι
εις πάσας τας γλώσσας, είτε εν συνθέσει είτε μόνον εν συνθέσει εις το ύδωρ αναφέρεται.
Μα =Αραβικά το ύδωρ
Μα =Μήτηρ
Μααρά=Σπήλαιο Δράμας στον ποταμό Αγγίτη (Δομή)
Μαατρόν=μωρόν,Λάκωνες
Μάβα=Μήλα (Τσακώνικα)
Μαγάδην=ωραίο κιθάρισμα
Μαγαδίδες=όργανα ψαλτικά
Μαγαζί ή Μέγαρον= λέξις ομηρική, προομηρική. Αρχικά ήτο μέγαρον ή μάγαρον, ταυτοσήμαντες λέξεις: η πρώτη κατοικία του ανθρώπου όπως ήτο τα σπήλαια και τα άντρα.
Μαγαζειά=Τοπωνύμιο Παξών, Μαγαζεία ἐν Ρωσσίᾳ, Μαγαζειὰ ὅρμος τῆς ἀρχαίας Πύρρας ἐν Λέσβῳ κ.ά. (Βλέπε Μέγαρα)
«Μάγαρον οὐχὶ μέγαρον, εἰς ὃ τὰ μυστικὰ ἱερὰ κατατίθενται». Διονύσιος Αἴλιος.
Μαγαζί ή μαγασί, μέγαρον και μάγαρον= Ταυτοσήμαντα
Μαγαζειὰ= Τῶν Παξῶν καὶ ἡ Φουντάνα σήμερον ἀντιπροσωπεύουσι τὰ Ἠλύσια πεδία καὶ τὰ προϊστορικὰ Μέγαρα. Έλαβε τὴν ἀρχὴν αὐτῶν τὸ Κλεινὸν Βυζάντιον, ἡ Προποντίς, ὁ Ἑλλήσποντος, αἱ Πριγκηπόννησοι καὶ ὁ Βόσπορος. Κατὰ τὸν Εὐστάθιον τὸν Σχολιαστὴν τοῦ Διονυσίου, τὸ Βυζάντιον ἐλέγετο καὶ Αἴθουσα, ταὐτὸν τοῦ Αἰθιοπία.
Μαγαζειά=Εις Παξούς ανευρέθη αρχαίος τάφος εμπεριέχων σκελετόν ανθρώπινον, πέντε αγγεία και μερικά μικρά τεμάχια ορειχάλκου και σιδήρου. Έχουν κατά περιόδους βρεθεί στην θέση Μαγαζειών Φουντάνας νομίσματα και αρχαϊκά αγγεία και εις διάφορα μέρη της νήσου.
Μαγαζειὰ= Όρμος τῆς ἀρχαίας Πύρρας ἐν Λέσβῳ. Ἐν τῇ Θρακικῇ Χερσονήσω ἀπέναντι τοῦ Σιγείου ἄκρου τῆς Τροίας, Μέλας Κόλπος, ὅστις καὶ Μεληνὸς λέγεται καὶ Καρδιανὸς καὶ ΜεγαρίσιονΜεργαρίσιον. Ἐν Ἠλίδι ἐπίσης ἀπαντᾶται συνοικία λεγομένη Μαγαζειὰ καὶ Μάγειρα. Μαγάρσα καὶ Μαγγα(σᾶ).
Μαγαζεία=Εν Ρωσσίᾳ ἐν τοῖς τόποις τῶν Σαροειδῶν· ἐν Κιλικίᾳ πόλις
Μαγάρον ἀκρωτήριον ἐν Κιλικίᾳ.
Μάγαρα-Μέγαρα= Αρχ. λέξις που εμείς σήμερα λέγομεν μαγαζειά.Η αρχική έννοια είναι τα άντρα, τα σπήλαια εν τοις οποίαις κατώκουν οι πρώτοι άνθρωποι. Αλλά ήταν συνάμα και αι κατοικίαι των προγόνων των θεών.
Μαγάρι(κερκυραϊκά)=Μακάρι
Μαγαρίς=μικρά σπάθη
Μαγαρίτης = Αργότερον έγινε καὶ μαγαρισμένος.
Μάγγανα=φάρμακα
Μαγγανάρι=νήσος Ίου τοπων. Κυκλάδες,
Μαγγανάω-μαγγανίζω= Τρώγω, μασσώ.
Μαγγανία=μηχανία
Μαγέρα= Γρεβενῶν.
Μαγιά = Η πηγή.
Μαγία=πόλις Ιλλυρίας, εισί και έθνος Μάγοι περί Μηδίαν (Στεφ.Βυζάντιος)
Μάγια=Ιθαγενείς Μινύαι Ιθώμιοι. Η φυλή των Μάγια έχει εκλείψει πια. Είχαν δύο αρχηγούς, ένα κληρονομικό βασιλιά και ένα αιρετό συμβασιλέα. Αναγνώριζαν έναν υπέρτατο θεό και πολλούς υποδεέσερους. Τα μνημεία των Μάγια διακρίνοπνται για τα; σχέδιά τους, όπως η στήλη της Κουρίγουας στη Γουατεμάλα. Οι ναοί της ήταν διακόσμητοι από ιερογλυφικά.Μ.Καραβά-Γαλάνη.
Μαγιάζι-Mayasi=Masamas Aysayas ποταμός Αιγαίος έχει πάλι ποταμός της Κέρκυρας (Kαραβά-Γαλάνη Μ.)
Μάγιμ= Τα ύδατα
Μαγιστρική=χώρα των Ταυρίσκων προς τα Άλπεια όρη, οι οικήτορες Μαγίστρικες, οί τοις Γερμανοίς ομορούσιν (Στεφ.Βυζάντιος)
Μαγκάλι το=Η πολεμίστρα, η πολεμοθυρίς, Οπή παρατηρητήριο που είχαν παλαιότερα πολλά σπίτια.Τρύπες που αφήνουν επίτηδες οι χτίστες για να στηρίζουν τις σκαλωσιές. Μαγκάλι =Μπρούτζινο ή χάλκινο σκεύος για να ζεσταίνουν χώρους όπου τοποθετούνται κάρβουνα ή πυρήνα (αρχ.πυρήν καύσιμη ύλη από συνθλιμμένους πυρήνες ελαιοκάρπου. Μαγκανάρι= Aκρωτήριον τῆς νήσου Ἴου.
Μαγκανικὰ τῆς Μεσσηνίας·
Μάγκανο το=Φιλονικία, φασαρία. “Κάλλιο λόγια στο χωράφι παρά μάγγανα στ’ αλώνι.”
Μάγκηνος= Συνοικισμὸς Τουλιάτων Σάμης, Κεφαλληνίας.
Μαγκλαβίζομαι=Δυσφορώ, δυσανασχετώ χωρίς να εκδηλώνομαι φανερά.
Μάγνης-Μαγνήτης= Λίθος.
Μαγνησία=Μαγνήτις λίθος ”αύτη πλανά την όψιν, αργύρω εμφερής ούσα”.Πολλά τοπωνύμια ονοματίζονταν από το τοπικό στοιχείο του κάθε τόπου έτσι έχουμε:Σιδάρι, Αργυράδες, Χρυσούπολη, Κάσος, Μολυβδοσκέπαστη, Αργυρόκαστρο, Κασιώπη, Κατερίνη(καδ-κατ)χρυσός, Αφρα-Αφρική, Βόλος, Βουθρωτόν, Κασσιτερίδες νήσοι, πόλις Ιωνίας κλπ.
Μάγνητες= Λιθοξόοι επίσημοι, Μάκιστος-Μακεδνός, Μακεδών το αυτό.
Μάγνητες= Λιθοξόοι επίσημοι, Μάκιστος-Μακεδνός, Μακεδών το αυτό.
Μαγουλάδες=Χωρίον Β.Κερκύρας Μαγούλα -μαγκουλέ Αλβανικά μικρό ύψωμα γης με ομαλές πλαγιές, γήλοφος.
Μαγωδός=κωμικός της Παντομίμας που με συνοδεία τυμπάνων και κυμβάλων μιμούνταν διάφορους χαρακτήρες
Μαδ,μηδ,μετ,δημ,μεδ=Ο Ησίοδος στη Θεογονία μεταχειρίζεται λέξεις εξ αυτών όπως:Μήδεα, Δήμος, Δημός, Υψιμέδων, κάματος, ακάματος, θυμός, αγκυμολήτης, καρτερόθυμος, μητιέτα, δεσμός, μειδώ ή μάτα.
Μαδ-Μαθ-Δαμ-=Στενά συνδεδεμένη με τον Προμαθε-Προμηθέα του Προμέδοντος –Δαμναμέως της Σαμοθράκης.Διότι κι αυτός όπως και ο Κάδμος θεωρείται εφευρέτης της γραφής, ιατρικής, μαντικής αστρονομίας, αλλά και των χρυσών μεταλλείων του Παγγαίου και της τήξεως των μετάλλων.
Μαδαγασκάρη= Χώρα που έχει μεταλλεία χαλκού, μολύβδου, σιδήρου και χρυσού.Μαλαγάσους, Μαδαγάσους και Μεδικάσσους οι κάτοικοι.Ραδάμ όνομα βασιλέως αυτών.
Μάδυτος= Πόλις ἐν Θράκῃ ἀσφαλῶς ἐκ τῶν ἐν αὐτῇ μετάλλων λαβοῦσα τὴν ὀνομασίαν.
Μάδι=Το λατόμιον.Μάδδα, Μαδαρόν, μάζα, μαζός,μαστός μάτηρ και άλλαι συναφείς λέξεις.
Μαεργειό=Το μαγειρείον.Μάερας θηλ.=Μαϊρσα. Μαέρεμα, το μαγείρευμα. Μάζα = Σελήνη.
Μάζαρα, Μαζαρακιά,Μαζαράκι= Πεδιάδες, αγροί εύφοροι.
Μαζεύς= Ένα από τα επίθετα του Υετίου Διός. Μάζαρος ποταμός στη Σελινούντα Σικελίας.
Μάζι-Μάζια=Τοπωνυμία πολλαχού της Ηπείρου σημαίνουσα τόπο υδατώδη.
Μάζι=Ποταμός Αχαϊας, από κει έχουν την αρχή των τα Μάζαρα, Μαζαρακιά, Μαζαράκι. Η λέξις Μάζι σημαίνει ότι και αι Μεσσαρέαι, τόπον διαρρεόμενον και γονιμοποιούμενον υπό των υδάτων.
Μαζάρη=φρούριον Σελινουντίων, Σελινούς πόλις Σικελίας (Στεφ.Βυζάντιος)
Μαζεύς= Ήτο έν των επιθέτων του Υετίου Διός. Μάζαρος ποταμός εν Σελινούντι της Σικελίας.
Μαζίον =ολίγον
Μαζός= μαστός
Μαζώχνω κερκρ.λέξη=, μαζεύω, συγκεντρώνω Μάζωξε τα σκουπίδια(Αγγελόπ.Λεξικό)
Μαι=Μέγα(Ινδοί) Ησύχιος.
Μαία (Ομηρος) =κλητ.μήτερ, μητερίτσα
Μαία=Πατρός και μητρός μήτηρ και τροφός και περί τας τικτούσας ιατρός και ομφαλοτόμος και προσφόνησις προς πρεσβύτιν τιμητική, αντι του Ω! Τροφέ (Ησύχιος)
Μαία=πόλις Ελλησποντία (Στεφ.Βυζάντιος)Μαίανδρος =Ποταμός Μιλήτου, άλλοι Καρίας και κόσμος τις οροφικός και είδος ιππασίας παρά ιπποδαμάσταις.
Μαίανδρος =Ποταμός Μιλήτου, άλλοι Καρίας και κόσμος τις οροφικός και είδος ιππασίας παρά ιπποδαμάσταις. (Ησύχιος) Μαίανδρος =όρος των Σινών(Λιακόπουλος)
Μαιανδρούπολις= Μαγνησίας πόλις
Μαίρα=κύων το άστρον, ή ακμαιότατον καύμα,οι δε την σελήνην (ιλαϊρά; ιλαρά), οι δε Προίτου θυγατέρα, Αίθρας αδελφήν είναι (Ησύχιος)
Μαιονία=Μαιονά φασίν είναι ποταμόν γης Αχαΐας(Ησύχιος)
Μαιώτις=Λίμνη.
Μαιωνία Αἰτωλίας= Αναφερόμενα πάντα όλα ἄνευ ἐξαιρέσεως εἰς τὴν Νῆσον τῶν Παξῶν,
Μακαρία=βρώμα εκ ζωμού και αλφίτων (Ησύχιος)
Μακάρων νῆσοι =Ηλύσσια πεδία, ἡ νῆσος τῶν Ἑσπερίδων, ἡ μυθικὴ Νῆσος τῆς Ἐρυθείας.
Μάκαρ ο= εἶναι στενῶς συνδεδεμένος μὲ τὴν Αἰθιοπίαν καὶ θεωρεῖται ὡς εἷς τῶν ἱδρυτῶν καὶ ἀποικιστῶν τῆς Λέσβου. Ἴσσα δὲ ἢ Ἄντισσα ἀναφέρεται καὶ ὡς πόλις τῆς Ἰνδικῆς Ἐρυθραίας Αἰθιοπίας.
Εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι ἡ Ἴσος-Ἴος νῆσος τῶν Κυκλάδων ἐλέγετο καὶ Φοινίκη, ἥτις σημαίνει Αἰθιοπία, ὡς εἶναι πρόδηλον.
Μάκαρ= Ο πρῶτος εἰς τὰς νήσους Ρόδον, Λέσβον, Χίον τὴν ἀμπελουργίαν διδάξας. Κᾶρες δὲ ἐλέγοντο οἱ πρῶτοι Ἠπειρῶται, οἵτινες καθ᾿ ὅλην τὴν Ἑλλάδα καὶ Μικρασίαν, τὴν ἀμπελουργίαν ματέδωκαν. Καρχηδὼν ὅθεν καὶ Χαλκηδὼν, Χαλκὶς καὶ Χάλκη καὶ Χαλάνδρι σημαίνει χώραν εὐάμπελον καὶ πολύοινον οἵα ἦτο ἡ Εὔβοια καὶ πάντες οἱ τόποι οἱ φέροντες τὸ ὄνομα τοῦτο, ἀλλὰ συνάμα καὶ χαλκὸν καὶ χρυσὸν.
Μάκαρα= Ο λίθος ο λελατημένος, το σπήλαιον.
Μακαράς=Η ροδέλα που περιτυλίσσουν την κλωστή του ραψίματος.
Μακαρία=Ο Όμηρος καλεί την Λέσβο Μακάρων έδος. Το όνομα της Λέσβου Μακαρία είναι ταυτόν με την Αιθιοπία.
Μακαρία= βρώμα εκ ζωμού και αλφίτων (Ησύχιος)
Μακαρίζω= Εύχομαι την εκ του θεού ευλογίαν, επαινώ, ζηλεύω.
Μακάρι=Είθε, αμήν, γένοιτο.
Μακαρίνη Ησύχ,(=ανδρ-άχνη βρώμη εκ ζωμού και αλφίτων), ανδρ-αχθής=άντρακλας, αντράκλα ή είδος κουμαριάς
Μακάρων νησιά και Ηλύσια πεδία= Αι νήσοι των Παξών- Κερκύρας. Ο Ησίοδος γράφει ότι αι νήσοι των Μακάρων έκειντο παρ’ ωκεανώ βαθυδίνη, παρά την νήσον, Ερύθειαν, την Ερυθράν, την Πελασγίαν, την Αιθιοπία.
Μακάρων νήσοι καὶ Βηλεαρίδες-Βαληαρίδες.= Ἐν γένει δὲ πᾶσαι αἱ ὀνομασίαι τῶν Καναρίων Νήσων καταλήγουσιν εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν σημασίαν, ὡς καὶ αἱ ἄπειροι ἐπωνυμίαι τῶν Παξινῶν Νήσων.
Μακεδνή=Μηκεδανή.Μακρά. Υψηλή.
Μακεδονία= Ελέγετο και Ημαθία, ούσα κι αυτή Αιθιοπία. Ο Ησύχιος μας πληροφορεί ότι εγράφετο ποιητικά με ω (δηλ.προσωδιακά) Μακεδωνία και επροφέρετο ανάλογα. Ο Αθηναγόρας στις μελέτες του γράφει ότι:κάθε τοπωνυμία εν Μακεδονία υποδεικνύει την άμεσον σχέσιν προς τας Μητροπόλεις αυτής Παξούς – Κέρκυραν όπου αποδεικνύεται ότι από χιλιάδων ετών η Μακεδονία ήτο χώρα ελληνικοτάτη ούσα Αιθιοπία. Η πρωτεύουσα της αρχαίας Μακεδονίας-Ημαθίας-Πιερίας ήτο η χθες ατυχώς κατακαείσα Έδεσσα-Αίθεσα-Αιθιόπη η λεγόμενη και Αιγαί. Αι ομηρικαί Αιγαί ήσαν αι νήσοι των Παξών. Συνεχίζοντας την ανάλυσιν του ο Αθ.:φρονούμεν ότι η Ημαθία δεν είναι άσχετος προς τα Ημωδά όρη της Ασίας, προς τα όρια της Σκυθίας και τα Ιμαλάϊα, τα οποία ελέγοντο και Ημωδά, τα Ιμαλάϊα ερμηνεύονται υπό των Ινδολόγων ως σημαίνοντα όρη μακάρων. Οι Ινδοί μίαν τάξιν των θεών εκάλουν Pachou-Παχείς Αν το Μαχαραγιάς έχει σχέσιν προς την Μάχαραν-Σπήλαιον-Ηλύσσιον, τόπος μακάριος ας το εξετάσωσιν οι περί την ιστορίαν των Ινδιών ασχολούμενοι.
Μακεδονήσι=Ο μαϊδανός.
Μακελλαριά=τοπωνυμία Καλαβρύτων, Μάκελλα=πόλις Σικελίας (Σικελία υπήρχεν και εις Παξούς) “Τροίαν κατασκάψαντα, Διός μακέλλη” Μάσκη=η Δικέλλα
Μάκενα=Η μηχανή του ραψίνατος.
Μακετία=Το εις μήκος εκτεινόμενον. Η λέξις αυτή αναφέρεται προς την μητρόλιν της Λέσβου, αν και υπάρχει ρήμα μακκονίω =μωραίνω, τρελλαίνω, μαίνομαι.”μακοάν” κατά τον Ησύχιον, παραφρονείν όπερ δεν είναι άσχετον προς το μέλι και τον οίνον τα επιφεροντα μανίαν.
Μακεττία=Η Μακεδονία.
Μάκιστος=Κατά τον Πλίνιον, της αυτής ρίζας με το Μακεδνόν.
Μάκιστος= Εν Ἤλιδι παρὰ τὸν Καϊάφαν· Μάκιστος ἐν Λέσβῳ· Μάκιστος ἐπαρχία Ὀλυμπίας· Μακράδες Κερκύρας· Μακράτικα Παξῶν· Μάκραινον τῆς Μεσσηνίας· Μακρυάδες ἐν Θράκῃ· Μακράουκα Κύπρου· Μακρειὰ νησὶς παρὰ τὴν Ἀνάφην· Μάκρες Κυνουρίου ἢ Καινουρίου Κρήτης· Μάκρη ἡ καὶ Τελμησὸς ἐπὶ τῆς Ἀσιατικῆς παραλίας κατέναντι τῆς Ρόδου· Μάκρη Μαντινείας· Μάκρις μία τῶν τεσσάρων νησίδων τῆς Λυκίας· ἡ αὐτή, κατὰ τὸν Πλίνιον, ἐλέγετο καὶ Πακτύαι· Μακρίβιοι δὲ καὶ οἱ Ὁμηρικοὶ Αἰθίοπες καὶ Μαυροκέφαλοι
Μακράδες= Κερκύρας· Μακράτικα Παξῶν· Μάκραινον Μεσσηνίας· Μακρυάδες ἐν Θράκῃ· Μακράουκα Κύπρου·
Μακριδίαν=”Τη χώρα απέναντι στην Κέρκυρα την έχει ονομάσει Μακριδία, ίσως γιατί κατοίκησαν εκεί οι Ευβοείς. Η Εύβοια ονομαζόταν Μάκρις παλιότερα. Αυτήν λοιπόν οι Άβαντες, που την κατοίκησαν μετά την άλωσιν του Ιλίου, την ονόμασαν Μάκριν. Σχόλια Απολλωνίου εις Αργοναυτικά”
«Μάκρις κα Δολιχ κα χθυόεσσα πρώτη πόλις, δευτέρα νσος πρς ρυθρ θαλάσσ», Στέφανος Βυζάντιος.Ο δε Πλίνιος αποκαλεί Σχερίαν.
Μακρονήσι= Εν τῷ κόλπῳ τῆς Ἐρμιόνης, καὶ ἕτερον Μακρονήσι ἀπέναντι τοῦ Λαυρίου ἢ τῆς Ἑλένης ἡ καὶ Κρανάη· Μακροτάνταλον Γαυρίου Ἄνδρου· Μακρυάδα Βάλτου Ἀκαρνανίας καὶ Μακρυνάγκα κοινότητος Χρυσοῦ· Μακρυκάππη Χαλκίδος Εὐβοίας· Μακρυνεία Μεσολογγίου· Μακρυνίτσα Λαρίσσης· Μακρυνόρος ὀροσειρὰ τῆς Θυάμου καὶ Ἀμβρακίας· Μακρυώτικα Σάμης Κεφαληνίας. Μαιωνία Αἰτωλίας, καὶ τόσα ἕτερα ἀναφερόμενα πάντα ἄνευ ἐξαιρέσεως εἰς τὴν Νῆσον τῶν Παξῶν, ἥτις εἶναι ἡ ἀρχικὴ νῆσος τῶν Μακάρων, ἡ νῆσος τῶν Ἑσπερίδων, ἡ μυθικὴ Νῆσος τῆς Ἐρυθείας.
Μάκεστος= Ποταμός τῆς Μ. Ἀσίας παρὰ τὴν Ἀπολλωνιάδα.
Μάκιστος =Ίδια ρίζα με το Μακεδνόν
Μακεττία=Μακεδονία-Μακηδονία (Ησύχ.) Μακέτης=Μακεδών
Μάκκος=Βασιλεύς
Μάκιστος=Κατά τον Πλίνιον, της αυτής ρίζας με το Μακεδνόν Μάκιστος= Εν Ἤλιδι παρὰ τὸν Καϊάφαν· Μάκιστος ἐν Λέσβῳ· Μάκιστος ἐπαρχία Ὀλυμπίας·
Μάκιστος =Όρος υπάρχει και εν τη αδελφή νήσω της Ευβοίας, όπερ λέγεται και Κανθήλιον, Μέλαν δηλονότι.
Μάκελλα=πόλις οχυρά της Σικελίας κειμένη επί του Κριμισού ποταμού (Πολύβιος)
Μάκελλον=το αρχαίον κρεοπώλιον (κρεαταγορά) σφαγείον, σήμερα λέμε μακελιό.
Μακκονίω=Τρελλαίνω, μαίνομαι δεν είναι άσχετο με το μέλι και οίνον τα επιφέροντα μανίαν (Ησυχ.)
Μάκκος= βασιλεύς (Ησύχιος)
Μάκρα-Μόκρα=Χωριά Ηπείρου.
Μακράδες=Χωρίον Κερκύρας
Μάκρις= Η αρχαία Παξός. Μάκρις μία τῶν τεσσάρων νησίδων τῆς Λυκίας
Μάκρις, Μάκρη, Μακρή=Η Παξός εκαλείτο υπό των αρχαίων.
Μάκρις= Η Κέρκυρα και οι Παξοί, αλλά και η Εύβοια υπό των αρχαίων Μάκρις και Μακριδία.Ταυτόσημον του Μάκαρ τα νησιά των Παξών-Κερκύρας. Μετὰ θετικότητος δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι καὶ ἡ ὀνομασία Μάκρις, Μακριδία, Μακεδνοί, Μακεδονία, Μάκιστος, Μακετία, Μάκρη, Μεγάλη, Μακριδία=Η χώρα απέναντι από την Κέρκυρα Μακριδία ονόμασε ο Απολλώνιος στα Αργοναυτικά του, επειδή ίσως εκεί κατοίκησαν οι Ευβοείς. Οι Άβαντες που την κατοίκησαν μετά την άλωσιν του Ιλίου την ονόμασαν Μάκριδα.(Σχολιαστής των Αργοναυτικών)Η πληροφορία αυτή του Σχολιαστού είναι πολυτιμοτάτη δια την ιστορίαν των νήσων των Παξών και Ευβοίας.(Αθηναγόρας)
Μάκρις =Ἡ νύμφη ἡ θυγάτηρ τοῦ Ἀρισταίου ἡ ἀναθρέψασα τὸν Διόνυσον ἐν Νάπῃ καὶ Φαιακία· Μάσητον, Μάκρονες, Μάκαις ἄκρα Ἀραβίας, καὶ Μακὶς τὸ Ἀραρὰτ κατὰ τοὺς Ἀρμενίους, εἶναι πάσαι αὕτη ἡ λέξις μακαρία.
Μάκρις= Περίβοια,ή Μελίβοια, Κόρκυρα ή Κέρκυρα η κόρη του Ασωπού, Κερκυίς η κόρη του Ωκεανού και η Μελίτη είναι μία μορφή δια πολλών ονομάτων.Ως η Κέρκυρα ούτω και η Άρπη εθεωρείτο θυγατέρα του Ασωπού από την οποία εγέννησε τον Οινόμαον.
Μάκτωρ=Μακαρία, πηγή στο Μαραθώνα
Μάκω, Μάλε, Μαναμεγάλη, Μανίτσα, Μανακαλή, Μαναμιτσή= Γενικώς η
μάμμη και κατ’ επέκτασιν πολλές φορές η κάθε γραία, ή στενή συγγενής ηλικωμένη.).
Μάκων ή μήκων δωριστή= Ο “μάκος” η παπαρούνα λέγεται το κατέρυθρον άνθος και η μελανυφόρος κύστις της σηπίας. (Βλ.Μάκιστος)
Μαλάκια=Χωρίον Κερκύρας, τα δίχως οστά ένυδρα ζώα (σουπιά, χταπόδι) Μαλάκιοι οι κάτοικοι. Μάλακα=πόλις της Βαιτικής Ισπανίας κατοικηθείσα αρχαιόθεν υπό των Φοινίκων, γνωστή για το εν αυτή γινόμενο μεγάλο εμπόριο (Ν.Λορέντης)
Μάλαμα= Ο χρυσός ο οποίος ήτο ουσιώδες στοιχείον για την θεραπευτικήν των αρχαίων, εξ ου και η σχέσις του θεού της Ιατρικής Ασκληπιού προς τον Όφιν, τον αντιπροσωπεύοντα τον χρυσόν. Χρυσόμαλον δέρας (δέρμα).
Μαλαμάτοκαπνισμένος=Ο επιχρυσωμένος.
Μαλάνα=Ελληνική φυλή που ζει ακόμη στα Ινδικά Ιμαλάϊα και δηλώνουν απόγονοι των στρατιωτών του μεγάλου Αλεξάνδρου, μιλούν Ελληνικά με πολλές συνήθειες και έθιμα των Ελλήνων επιμένοντας για την καταγωγή τους περίπου 1000 κάτοικοι (Λιακόπουλος)
Μαλαχταριά=Λάσπη οικοδομης.
Μαλατώρες=ΟΙ ναυτιλόμενοι κατά τον Ησύχιον.
Μάλεια,ών,άων,=ακρωτήριον της Πελοποννήσου (Όμηρος) ο Μαλέας, Καβομαλιάς
Μαλέα=Ελέγετο και Μαλία (Στράβων) το ακρωτήριον της Πελοποννήσου Κάβο Μαλέας και Ακρωτήριον της Λέσβου. Παρά δε τω Πτολεμαίω Μανία. Ο Αγαθήμερος τον Μαλέα καλεί Μανίαν” ερυθρόν, δηλονότι Αιθίοπα
Μαλέα= Κώμη της Αρκαδίας πλησίον της Μεγαλοπόλεως.
Ο Αγαθήμερος καλεί “Μανίαν”, ερυθρόν, δηλονότι Αιθίοπα.
Μαλίς-Μηλίς=Μαλίς γη χώρα χώρα εν Θεσσαλία κειμένη παρά τον Μαλιακόν κόλπον
Μαλερός=Επίθετον του πυρός παρ’ Ομήρω. Η δε λέξις πυρ εις την μυστικήν γλώσσαν των αρχαίων είναι ταυτοσήμαντος του χρυσού, ως και η λάμψις, το φως, το στιλπνόν. Μαλεύω=Πασχίζω. Φροντίζω.
Μάλι μου = Τα πλούτη μου
Μαλίνια=Β. Ήπειρος, αρρώστια.
Μάλλι-α=Επιρ. Πολύ.
Μαλίς-Μηλίς=Μαλίς γη χώρα χώρα εν Θεσσαλία κειμένη παρά τον Μαλιακόν κόλπον Μάλιστα=λίαν, πάνυ, πλέον,σφόδρα, μάλλον (Ησύχιος
Μαλισάτιον = Χωρίον Παγασών.
Μαλλός=Λευκός, μάλουρος, λευκόκηρος κατά τον Ησύχιον.
Μαλόεις=Απόλλωνος επίθετον ή επώνυμον (Ησύχιος)
Μάλωσις αναφέρεται περί του χρυσού δέρατος “τη χρυσή μαλώσει”, Μίλια κατά τον Ησύχιον, τα απόθετα χρήματα και Μήλωθρα τα βάματα. Μεμήλανται βεβαμμένοι εισίν οι δε το των δερμάτων βάμμα. .
Μάμερτος=Άρης
Μαμάγκεια=εν Κλαζομεναίς τόπος
Μαμ(μ)άκυθος=μωρός. Έστι δε και δράμα πεποιημένον Πλάτωνι (Ησύχιος)
Μαμμάν=επί της παιδικής φωνής.(Ησύχιος)
Μάνα = Μήτηρ, μητέρα, Μάλε(ήπειρ.) η Μαλλιά (κέρκ.) Μαμά –μάμα, σύγχρονη απόδοση.
Μανάλι =Το μανανουάλιο της εκκλησίας Βυζ.
Μανάρι=Ο οικόσιτος αμνός, ο τρεφόμενος με το χέρι, ο πολύ χαϊδεμένος.
Μανασή, Μάνησι =Ηπείρου τοπ. αλλά και σαν επώνυμο συναντάται σε όλη την Ελλάδα
Μανδούβιοι-Μανδούκιοι-Μαντούκιοι=λαός της Λουγδονικής Γαλλίας έχων μητρόπολιν την Αλεσίαν. (Στράβων) Αλεσίαι αι = κώμη της Λακωνίας κειμένη επί του Ταϋγέτου όρους (Παυσανίας)
Μάνδρα=Τοπωνυμίαι αρχικώς. Μάνδρα Αττικής, Μάνδρα =Αρχικά η έννοια του σχολείου, γυμνασίου. Ο τόπος που διαμένουσι ζώα ή άνθρωποι εξ ου και μαντρόσκυλο. Το μέρος όπου συνασκούνται οι υπό του κόσμου απομακρυνθέντες εξ ου και Αρχιμανδρίτης. Μανδρακίνα τοπωνύμιο εντός της πόλεως Κερκύρας και ομώνυμο εκκλησάκι δίπλα στον κήπο των ανακτόρων Μανδράκι(Βλέπε Καμαράκι) λείψανα δεξαμενής εις Παξούς, Μανδράκι Ευβοίας, Μαντ-=Με τη ρίζα αυτή υπάρχει Μαντούκι (Μανδούκι) παραθαλάσσιο τοπωνύμιο εντός της πόλεως Κερκύρας,
Μαντούδι=(Χρυσή πέτρα) νησάκι, απέναντι από την Εύβοια, πιθανόν και σε άλλα μέρη η ονομασία αυτή.
Μανιάκι=Τοπ. Ηπείρου
Μάντρα=Τοπωνύμιο Αττικής.
Μαντράκι= νησί του Αιγαίου.
Μανδράκι=παραλία Σκιάθου Β.Σποράδες
Μανδρακίνα-Μαντρακίνα=Εκκλησία πλησίον θαλάσσης της πόλεως Κερκύρας
Μανδραγορίτις=Αφροδίτη.
Μανδραγόρας=ο Ζευς. Είδος βοτάνης οινωτικόν και υπνωτικόν (Ησύχ.).
Μανδρόπολις=Φρυγίας πόλις
Μανεσσάτικα=Παξοί τοπων.
Μανναπαπαδιά=Η μάνα του παπά.
Μανναγιάλλη=Η άλλη μάνα δηλ. Η εκ μητρός ή εκ πατρός μάμμη, αναλόγως.
Μανέστρα=Ζυμαρικά, σούπα με ρύζι.
Μάνη, ους=ποταμός της Λοκρίδος και όνομα κύριο Δούλων, Μάνη χώρα της Λακωνίας Πελοποννήσου αμφοτέρωθεν Ταϋγέτου μέχρι Ταινάρου. Βουσμάνοι(βους+μάνοι) Φυλή της Αφρικής της άλλοτε χώρας του χρυσού.
Μανιός ή μονιός =Σήμαινε όχι μόνο το χοίρο αλλά και τον όνο, αρχικά ταυτοσήμαντα ονόματα. Το όνομα αυτό ακόμη σώζεται σε διάφορες τοποθεσίες των Παξών και σε οικογενειακά ονόματα όπως Μάνεσις, Μαντάκαινα και άλλα.
Μάνιος καὶ Μένης= ὁ Μέμνων καὶ πάντα τὰ ὀνόματα τὰ ἐκ τῆς ρίζης μαν καὶ μεν προερχόμενα, ὡς Μίνως ὁ ἐρυθρός, ἀδελφὸς τοῦ ξανθοῦ Ραδαμάνθυος καὶ πατὴρ τῆς ξανθῆς Ἀριάδνης. Μενέλαος ὁ ξανθὸς σύζυγος τῆς ξανθῆς Ἑλένης. Μινύαι οἱ ξανθοί. Ἀγα-μέμνων ὁ ὑπέρξανθος.
Μανιώνω-ομαι=Αδυνατίζω, μαραίνω μαραίνομαι,μαραγκιάζω.
Μάννα=Η πηγή από κάθε πράγμα,ο κατάλληλος.
Μανιτάρα=Ονόματα μανιταριών Αλουοιπορδή, ασπρομανίταρο, βασιλομανίτορο, δενδρομανίταρο,ζουρλομανίταρο, κοκκινομανίταρο κλπ.
Μαν(ι)τάρα-αρες=Τα μανιτάρια.Τα φαγώσιμα τα διακρίνουν από τα δηλητηριώδη από μια μεμβράνη που τη λεν “βρακί” και βρίσκεται στον κορμό της μανιτάρας.
Μανιτόμπα=Επαρχία του Καναδα και ομώνυμη λίμνη, στην περιοχή υπάρχουν ορυχεία χρυσού και χαλκού (Μάνης+τόπος) Τοπωνύμιο των ιθαγενών της Β. Αμερικής και Μάνιτου στη Μανιτόμπα του Καναδά.
Μάνιτου=Ποταμός στο Κεμπέκ του Καναδά
Μανοβέρ ή Μονοβάρ= χωρίον Παραμυθίας
Μανόγαλο=Μαγεία ερωτική παρασκευαζόμενη από το μητρικό γάλα.
Μανούσι-ούσια=Τα άνθη.
Μάντα= Άκρη.
Μανταλώνω=Κλείνω, σφαλίζω κυρίως με το μάνταλο= μέσον κλεισίματος ιδίως ξύλινο με το οποίον κλείνουν προχείρως τις εξώπορτες.
Μαντάνια=Δάρτες, νεροτρουβιά. Δουλεύουν με την πτώση του νερού για την τελική επεξεργασία μαλλίνων ειδών. Οι κόπανοι (δάρτες) των μαντανιών ανεβοκατεβαίνουν ενναλάξ.
Μαντάρα= Ανω-κάτω. αρχ.μαδώ, μαδαρός,
Μαντάτο=Είδησις, νέον.
Μαντεῖα =Εν τῇ ἀρχαιότητι ὑπῆρχον ἐκεῖ καὶ μέταλλα. Διότι οἱ ἄνθρωποι ἀπολέσαντες τὴν ἀληθῆ ἰδέαν τοῦ Θεοῦ, τὰ μέταλλα ὑφ’ ὅλας αὐτῶν μορφὰς ἐθεοποίησαν διὰ τοῦτο καὶ ἡ ἱστορία τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἡ ἱστορία τῶν μετάλλων, περὶ τὰ ὁποῖα στρέφεται πᾶσα ἡ θεογονία καὶ κοσμογονία καὶ φιλοσοφία τῶν Ἑλλήνων, καὶ συνεπῶς πάσης τῆς ἀρχεγόνου ἀνθρωπότητος. Αὐτοὶ δὲ ἦσαν οἱ πρῶτοι, οἵτινες ἐκ τῆς μελέτης τῶν μετάλλων καὶ τῶν ἰδιοτήτων αὐτῶν ἔθεσαν τὰς βάσεις τῶν νόμων τῆς φύσεως καὶ εὗρον τὴν Ἀστρονομίαν, παρ’ ὧν ἔλαβον τὰ σπέρματα οἰ Αἰγύπτιοι καὶ Χαλδαῖοι, οἱ νομιζόμενοι ὡς πρῶτοι ἐφευρέται τῆς Ἀστρολογίας.
Μαντέμι = Λατομείο
Μαντές=Η υπόθεσις, το ζήτημα. “Δεν είναι μεγάλος μαντές” =δεν είναι σπουδαίο πράγμα.
Mαντζ-μεντζ= Μ’αυτές τις συλλαβές έχουμε λέξεις:
Μαντζουρία= Περιοχή “ιστορική” της Κίνας και η φυλή Μαντζού.
Μαντζάτο=Το ισόγαιο διαμέρισμα θεωρούμενο ως κατάλληλο για το χειμώνα (Πωγώνι).
Μαντζαβινάτα=Χωρίον Κεφαλληνίας
Μαντζαβίνος-Μάντζαρης-Μάντζαρος-Μαντζάριον=Επαρχία Μεσσήνης και παλιά ονομασία Κυπαρισίας, νομού Αχαϊας.
Μαντζαβράκος-Μαντζανάς-Μάντζας-Μάντζιος-Μαντζιώρης-Μαντζούκης-Μαντζάρι= Ηπείρου άνω και κάτω
Μάντζαρι=Άνω και κάτω, τοπωνύμιο στις Λακκιές Θεσπρωτίας, ισχυρή φάρα Μάντζαρι, Νικολ. Μάντζαρος ο συνθέτης του εθνικού μας ύμνου. Αλλά σημαίνει και είδος νομίσματος.
Μαντζουράτος-Μαντζουράνης-Μαντζουρογιάννης-Μέντζας-Μέντζος,Οι Μαντζιάς Νέγρικη φυλή Αφρικής,Μεντζελόπουλος κ.α.
Μαντζουράνα=Γιατρικό παλιό της Βρετανίας το λεγόμενο κατά την αρχαιότητα αμάρακος.
Μαντζούνι=Φάρμακο τονωτικό.Μέλι μέσα στο οποίον έρριχναν οι πρακτικοί γιατροί διάφορα χορτοβότανα, μούχλα ψωμιού κλπ για αρρώστους.
Μαντεῖα =Εν τῇ ἀρχαιότητι ὑπῆρχον ἐκεῖ καὶ μέταλλα. Διότι οἱ ἄνθρωποι ἀπολέσαντες τὴν ἀληθῆ ἰδέαν τοῦ Θεοῦ, τὰ μέταλλα ὑφ’ ὅλας αὐτῶν μορφὰς ἐθεοποίησαν διὰ τοῦτο καὶ ἡ ἱστορία τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἡ ἱστορία τῶν μετάλλων, περὶ τὰ ὁποῖα στρέφεται πᾶσα ἡ θεογονία καὶ κοσμογονία καὶ φιλοσοφία τῶν Ἑλλήνων, καὶ συνεπῶς πάσης τῆς ἀρχεγόνου ἀνθρωπότητος. Αὐτοὶ δὲ ἦσαν οἱ πρῶτοι, οἵτινες ἐκ τῆς μελέτης τῶν μετάλλων καὶ τῶν ἰδιοτήτων αὐτῶν ἔθεσαν τὰς βάσεις τῶν νόμων τῆς φύσεως καὶ εὗρον τὴν Ἀστρονομίαν, παρ’ ὧν ἔλαβον τὰ σπέρματα οἰ Αἰγύπτιοι καὶ Χαλδαῖοι, οἱ νομιζόμενοι ὡς πρῶτοι ἐφευρέται τῆς Ἀστρολογίας.
Μαντίνεια=Μαντινέη (Ομηρικά) Πόλις της Αρκαδίας κειμένης αρκτικώς της Τεγέας μία των αρχαιοτέρων πόλεων της Πελοποννήσου, περίφημης δια τον πλούτον τα μεγαλοπρεπή τεχνικά καταστήματα, ενώ οι κάτοικοι φημίζοντο ανδρειότεροι όλων των άλλων Αρκάδων.
Μάντις=Ο εν τοις κήποις βάτραχος.Είδος ακρίδος.Ο λέγων τα μελλοντικά.
Μάντουκα =Δελβινακίου, Καλαμά χωρίον κατεστραμένο άγνωστης εποχής.
Μαντούκι=Χωρίον Κερκύρας (βλ.λ.Μαντέμι)
Μαντούδι=(Χρυσή πέτρα) νησάκι, απέναντι από την Εύβοια, πιθανόν και σε άλλα μέρη.
Μάντρα=Τοπωνύμιο Αττικής.
Μαντράκι= νησί του Αιγαίου.
Μαντσαριτσιή-Mancharichiy=Macanah Chiyaricah. Ποταμός Φιγαρέτος, ονομασία ποταμού Κερκύρας Β. Αμερική, επίσης μας αποκαλύπτει πως είναι ένας από τους ποταμούς του Άδη, ο Στυξ, η Στύγα (τα ύδατα της Στυγός των Αροανίων ορέων (Καραβά Γαλάνη Μ.)
Μαντώ=Θυγάτηρ του Τειρεσίου, περίφημος μάντισσα της αρχαιότητος διδαχθείσαν την τέχνην παρά του πατρός της.
Μανωλιάτι=Ηπείρου αλλά και πολλά τοπ. Μανωλάδες σε όλη την Ελλάδα.
Μαξούλι=Παραγωγή, σοδειά, κέρδος, το μυαλό των οστέων, μεδούλι. Τα γαλακτομικά προϊόντακαι ιθδίως το βούτυρο και ο τυρός.
Μάξους =επίτηδες.
Μαόνα-μαούνα-μαγόνα=Πολύ μεγάλη βάρκα.
Μάπα=αρχ.κράμβη, κραμπί.(Κέρκ.), ράφανος και έτερα λάχανα.Μαπέειν απαρέμφ.Μάπα= φάτσα, πρόσωπο, Μάπας=αφελής

*Μαρ,μορ,Μεσ=Λέξεις αναφερόμενες εις το ύδωρ, το υγρό στοιχείο.

Μαρ= το ύδωρ, αλλά και εβραϊκά γιαμ = υδωρ θαλασσινόν.Μαρία =Μαρ-γιαμ. Στην Ήπειρο έλεγαν Μαρίγια-Μαριγώ
Μάρα=Το παράπονο η επιθυμία. “Μάρα τόχω ν’ ακούσω τον καλό σου το λόγο”.
Μαραγκιάζω-ομαι=Μαραίνομαι.Μαράγκιασαν τα λουλούδια=μαράθηκαν. “Μη μαραγκιάζης, μη μανιώνεις”
Μαραζιάζω=Θλίβομαι, φθίνω.
Μαραζιάρης=Ασθενικός, μαραζώνω.Πελασγική λέξη Μαράζι.Μαραζιάζω=Θλίβομαι, φθίνω.
Μαραθιά=.Χωρία έχοντα ύδατα εις Κέρκυρα, Ευρυτανία, Γύθειο, Ναύπλιο, Ικαρία, Κύπρο, Χαλικιδική, Σάμο κλπ
Μάραθος = Πόλη μικρά της Φωκίδος.Μαραθούσα νήσος μικρά του Αιγαίου πλησίον των Κλαζομενών.Μάραθος πόλις της Συρίας απέναντι της νήσου Αράδου πλουσία και πολυάνθρωπος καταστραφείσα υπό των βασιλέων της Συρίας.Μαραθιά και άλλα τοπωνυμια εντός Ελλάδος.
Μαραθών= Ο υδατοβριθής. Ο Ησύχιος τον αποκαλεί αμάραντο είδος φυτού , αφ’ ού στέφανοι πλέκονται. Αμαραντοί =κολχικόν έθνος κατοικούν πλησίον των πηγών του Φάσιδος ποταμού και Αμαραντά όρη. Αμάρυνθος=νήσος Ευβοίας (Νικ. Λωρέντης)
Μαραθών= Τόπος και ρείθρον στην Αττική, πλήρης υδάτων και μετάλλων. Μαραθών=Δήμος της Λεοντίδου φυλής
Μαραθών= Ο υδατοβριθής
Μαραθωνία =πόλις Θράκης ουκ άπωθεν Αβδήρων
Μάραξος=Μην ο Απελλαίος ταυτοσήμαντως δια τον βροχερόν αυτού.
Μαρασμός=Μαράζι, αναφέρονται εις την αλλοίωσιν των εν ανθρώπω υγρών και την μόλυνσιν αυτών.
Μάραξος=Μην ο Απελλαίος ταυτοσήμαντως δια τον βροχερόν αυτού.
Μαρασμός=Μαράζι, αναφέρονται εις την αλλοίωσιν των εν ανθρώπω υγρών και την μόλυνσιν αυτών.
Μάραξος= Μην ο Απελλαίος ταυτοσημάντως δια το βροχερόν αυτού.
Μαρατιό=Χωρίον Άρτης μετονομασθέν Πολύδροσον.(βλέπε Μαραθών)
Μαραφέτι=Επιτηδειότης, τεχνική ευστροφία.
Μαργαριτάρια= Πολύτιμος λίθος μαργαρίρς;Είδος διακοσμητικών ανθέων του αγρού.
Μάργανον= Πόλις τῆς Ἤλιδος.
Μαργαρίτι= Χωρίον Επαρχίας Παραμυθιάς διαρρεομένων υπό πολλών χειμάρρων.
Αρχική ονομασία Μαγαρίτι Εκ του αρχαίου ρήματος Μαγαρίζω. Σημαίνοντος τελώ θυσίας της Δήμητρος εν τοις Μεγάροις αυτής, όπερ υπό των χριστιανών χλευαστικώς και υβριστικώς περί των ειδωλολατρών κατ’ αρχάς και έπειταπερί των χριστιανών εκείνων, όσοι αποστατούντες του Χριστιανισμού εγίνοντο μουσουλμάνοι μεμιασμένοι. Το ίδιο για όσους χριστιανούς δεν εκράτουν τας νηστείας καταλύουσιν αυτάς “μαγαρίζουσιν γίνονται μιαροί, ακάθαρτοι, μολύνονται και εντεύθεν μαγαρίσματα κατήντησαν να λέγωνται και αι αφοδεύσεις. Ούτω Τσαμαντιώται, Τσάμηδες και Μαργαριτιώται έχουν μίαν και την αυτήν κακέμφατον και δυσώδη ονομασίαν.ΒλεπεΤσαμαδ=αλλαξοπιστείν Αθηναγόρας).
Μαργαρσὶς =Καὶ ἡ Ἀθηνᾶ.
Μάργης= Δύο ποταμοί της αρχαιότητος, της Μαργιανής χώρας εν Ασία και Μάργος ή Μάργις της Ανω Μοισίας εν ευρώπη εισβάλλων εις τον Δούναβιν τανύν Μοράβας
Μαργιανή=επαρχία της μεγάλης Ασίας συνορεύουσα αρκτικώς με την Βακτριανήν, Στρ. δυτικώς με την Υρκανίαν και μεσημβρινώς με την Αρίαν, σχηματίζουσα το πάλαι μίαν χώραν υποτελή του μεγάλου Περσικού βασιλείου, οι εν αυτοί κατοικούντες λαοί ήσαν κατά Πτλμ. Οι Δερβίκκαι, Πάρνοι, Δάαι, Ταπούρι και Μάρδοι τανύν Χορασάν(Ν.Λωρ.)
Μαργίτις ο=Ούτως επεγράφετο εν κωμικόν ποίημα του Ομήρου του οποίου εσώθησαν ολίγοι τινές στίχοι μόνο Πλάρ.Αλκ.σελ 147 (Νικ. Λωρέντης)
Μάργος ποταμός= κεντρική Ασία (Λιακόπουλος)
Μαργώνω=Μουδιάζω, ξυλιάζω από το κρύο ή φόβο.
Μαρδάχη= Πηγή ύδατος κεφαλόβρυση,
Μαρδάχα= Μία των κυριοτέρων πηγών του Αχελώου στην Ευρυτανία. Μαρέη,Ηροδτ.Μάρεια Θουκ. και Μαρία. Διοδ. Σικ.Μαρέα. Πόλις της κάτω Αιγύπτου κειμένη επί της αυτόθι Μαρείας λίμνης απέχουσα λίγο της Αλεξανδρείας, περίφημος δια τον οίνον αυτής Μαρεώτην τανύν Μαριούτ.(Μεν. Λορέντης)
μαρέα = πλημμυρίς Μαρί=πλημμύρα Μαριούπολη βλέπε λ. Μαρία
Μαρεώτις=Λίμνη η και Μαρία λεγομένη. Είδος αμπέλου
Μαρζούνη=και ποταμιά η Άρτεμις.
Μαρία-Μαρεία= Λίμνη. Ελληνικότερον Μαργιάμ
Μάριανι=τοπ. Ηπείρου η ρίζα ΜΑΡ υπονοεί και τα ύδατα Μέριανος επώνυμο
Μαριζεύς=Λίθος τις, ος επισταζομένου ύδατος καίεται.(Ησύχιος)
Μάριον, Μαρίνα, Μόρφον, Μαρόνι= Χωρίον της Κύπρου της όντως χρυσής.
Μαριός=Πόλισμα της Λακωνικής είναι υδατοβριθύς.
Μαριούπολις= Ουκρανίας παρά τας εκβολάς του ποταμού Καλμίου.
Μάρις= Μέτρον υγρών, ποταμός της Ρουμανίας.
Μαρίς=η και αφύη εν τη αυτή εννοία.
Μάρισσος=Ποταμός, ο νυν Μοράβα, ο Ομηρικός Μάρις ο του Αμισαδώρου.
Μαρίνος= Χείμαρος στην Αίνα.
Μαρκάν(ι)κο το=Εγχώριο πανί
Μαρκάτες=Ηπείρου, Μαρκάτο-Πατρών,Μαρκάς-Κερκύρας με την έννοια της αγοράς.
Μαρκάδες= Κερκύρας
Μαρκάς=Μακάριος, εύμοιρος. Μαρκήσιος τίτλος ευγενείας που συνοδευόταν με αγοραπωλησίες χρυσού, όπως Δούκας –Δουκάτες.
Μαρκιούμαι=Αναμασσώ, μηρυκάζω επί ζώων.”Τα γίδια μαρκαλιούνται =βρίσκονται στην περίοδο αναπαραγωγής.
Μαρμάνκα=Είδος αράχνης.
Μαρόνι=Ποταμός χρυσοφόρος της Ν. Αμερικής.
Μαρούλι=Ο θριδακίνος δια το υδροχαρές αυτού.
Μαρούσος=Ποταμός.
Μαρμάρα=Η στείρα γίδα και κατ’ επέκτασιν επί γυναικός.
Μαρμάρι Ηπείρου=Μάρμαρο Κερκύρας, Γέφυρα Μαρμαρά Κωνσταντινούπολη.
Μαρνάς= Μαρνάς δε ελέγετο ο Ζευς, “ο κύριος των όμβρων”. Όμβρος δε ταυτοσημάντως προς τον χρυσόν και ομβρική επίσης.
Μάρνης= Ποταμός της Γαλλίας
Μάρνης, Μόρνης, Μαρούσος, Μαρώνιος=ποταμός
Μαρόκο=Αφρική.
Μαρουκίνοι =και Μαρρουκίνοι. Εν των επισημοτέρων αρχαίων εθνών της μεσαίας Ιταλίας, κατοικούν περί τον Άρτενον(Άρτα) ποταμόν και συμμιχθέν μετά των Σαβίνων. Οι Ρωμαίοι προσελαβον αυτούς πρωΐμως ήδη εις την συμμαχίαν των.Στραβ.(Νικ. Λωρέντης) Όμως πολλάκις παρατηρούμε στην Ήπειρο-Κέρκυρα ονόματα (Ρωμαίων;) όπως Μαρούκης, Μαρτίνης, Αρταβάνης, Νώβολης, Μάρδας, Λιόλιος-Λόλιος κ.ά.(Μ.Σ.)
Μαρουλάς=κυκλικές κατοικίες της Κύθνου (5300-3300 π.Χ.)
Μάρπυσσα=Θυγάτηρ το Εύηνου ποταμού.
Μάρρον=Κατά τον Ησύχιον η σκαπάνη δι ης ορύσσομεν.
Μαρσύας= Ποταμοί στη Φρυγία, Καρία και Συρία
Μαρτίνι, Μαρτινοί, Καμάρινους=Τοπ. Ηπείρου.
Μάρων= Ομηρικά Ισμάρων πλήρης οίνου.Ο Μάρων υιός του Ευάνθους και ιερεύς του Απόλλωνος, πάντες δε οι ιερείς οι υπό του Ομήρου αναφερόμενοι χαρακτηρίζονται ως αφνειοί πλούσιοι. Ο δε Μάρων έδωσε εις τον Οδυσσέα “χρυσού ευεργέως επτά τάλαντα δώκε δε κρατήρα πανάργυρον”.
Μαρώνεια=Ροδόπης πολλά ορυκτά
Μαρώνιος=Ποταμός
Μασάκι=Ειδικό ακονηστήρι σε σχήμα μαχαιριού που χρησιμοποιούν οι κρεοπώλαι.
Μασάω=-Μασουλάω-ματσουλώ.
Μάσω να=να μαζέψω(Πελοπον.)
Μάσω=μαζεύω, συγκεντρώνω (πάω να μάσω λάχανα) κερκ.
Μάσης=πόλις (Μύσης) Ησύχ.
Μασιά= Η πυράγρα, μικρό σιδερένιο φκιάρι για τη στιά.(φωτιά).
Μασιαλά=Εύγε, μπράβο.
Μασκολούρι=Πωγωνίου –Ηπείρου
Μασσαλία=(Στεφ.Βυζαν) πόλις της Λυγιστικής κατά την Κελτικήν, άποικος Φωκαέων.Εκαταίος Ευρώπη Τίμαιος δέ φησιν ότι προσπλέων ο κυβερνήτης και ιδών αλιέα εκέλευσε μάσσαι γαρ το απόγειον σχοινίον μάσσαι γαρ το δήσαι φασίν Αιολείς από γουν του αλιέως κσι του μάσσαι ωνόμασται, το εθνικόν Μασσαλιώτης και Μασσαλιεύς-Μασσαλία και Μασσαλιώτις γυνή. έμασα λίγα λάχανα στο βούνο… (Κέρκυρα) Μασσαλία,η Μία τωνεπισήμων και πολυανθρωποτέρων πόλεων της Ναρβωνικής Γαλλίας, κειμένη επί της Μεσογείου θαλάσσης, αποικία των εν τη μικρά Ασία Φωκαέων, συσταθείσα περί τας αρχάς της 45 Ολυμπιάδος και ακμάσασα προ πάντων των άλλων εν Γαλλία πόλεων από της εποχής της καταστροφής του Καρχηδονικού κράτοτς έως του εμφυλίου Ρωμαϊκού πολέμου επί Καίσαρος Ιουλίου, ούσα αείποτε φίλη και σύμμαχος των Ρωμαίων ενωθείσα δε ακολο΄θως με την φατρίαν του μεγάλου Πομπηΐου, υπέμεινε μίαν σκληράν πολιορκίαν από μέρους του Καίσαρος, όστις κυριεύσας αυτήν την εστέρησε πολλών δικαιωμάτων και αυτής της προτέρας ελευθερίας της. Η δε αρχαία πολιτεία των Μασσαλιωτών υπήρχεν αριστοκρατκή, συνισταμένη εκ μιας βουλής 600 μελών, τα οποία εκαλούντο Τιμιούχοι και έχουσα τους αυτούς νόμους με τους εν Ασία Ίωνας, τανύν Marseille. Ηροδτ (Νικ. Λωρέντης)
Μάστακας=Η ακρίδα.
Μαστάρι= Ο μαστός, το βυζί κυρίως επί ζώων.
Μαστία=πόλις της Αφρικής πλησίον της Καρχηδόνος, πόλις της Ισπανίας κειμένης παραθαλασσίως πλησίον των Ηρακλείων στηλών (Νικ. Λωρέντης)
Μαστιανοί=έθνος προς ταις Ηρακλείαις στήλαις (πρώτες των Παξών).
Μαστίχην =Έλεγον τὸ μεθυστικὸν ποτὸν τὸ ἐκ τῶν δακρύων τοῦ σχίνου καὶ οἰνοπνεύματος κατασκευαζόμενο.
Μαστοὶ= Οἱ τιτθοὶ, τιθῆναι, κατὰ τὸν Ὅμηρον, αἱ ἄμπελοι, μούστος ο χυμός του σταφυλιού. Κατά τον Ησύχιο “εις ύψος ανέχοντα χώρας μέρη μαστούς”.Κατά τον αρχαιολόγο Δάκαρη η Μαστιλίτσα αρχαία πόλις της Θεσπρωτίας στον κάμπο της Σαγιάδας αποτελούσε ένα από τα νησιά των αρχαίων Συβότων (της Κερκυραϊκής Περαίας) Μαστοίτα υψηλά μέρη της Αττικής.μαστός =ποτήριον, ή λίθον ή και τα ύψος ανέχοντα χώρας μέρη μαστούς.(Ησύχιος)
Μαστοί Σουλαμίτιδος=Είναι δύο κρατήρες πλήρεις γλυκυτάτου και ευώδους οίνου.Εις το “Άσμα” πρόκειται περί αμπελώνος του οποίου “Φυλάκισσα” είναι η Σουλαμίτις,
Μαστραπάς=Είδος επιτραπέζιου δοχείου για νερό ή κρασί.Μαστραπάδες υπήρχοαν οι εγχώριοι με διάφορα χρωματιστά στολίδια από πυλό φκιασμένοι και οι χαλκωματένιοι.Ονομαστίήσαν οι”πολίτικοι μαστραπάδες”
Μάστωρ=ορος ο, είς των επισήμων εν Κυθήροις πολιτών, πατήρ του Λυκόφρωνος Ομ.Ιλ.Ο, 430. Μάστωρ Ιθακήσιος Πατήρ του Αλιθέρσου Ομ.Οδ.Β,658 (Νικ. Λωρέντης)
Μασφακίδι το=Το φασκόμηλο, είδος τσάι του βουνού.
Ματαβγαλμένη=Η κατ’ απανάληψιν διϋλισμένη από τα τσίπουρα ρακή. Βλ.Λαμπίκος.
Mατάζω, ματάω, ματαιάζω=Tὰ σημαίνοντα ματαιοφρονεῖν, ἀνοηταίνειν, ὡς καὶ τὸ μάταιος, ματὴ δὲ καὶ ματία ἡ ἀφροσύνη, ἡ μωρία· ἔμετος, τὸ «ξέρασμα», ἀπότελεσμα τῆς καταχρήσεως τοῦ οἴνου· ματύης κατὰ τὸν Φώτιον, σκευασία τις χρήσιμος εἰς ποτὸν καὶ κῶμον.
Ματαλέω=Ξαναλέω (΄Ήπειρος)
Μάταρις= Εἶδος πελέκεως.
Μάτεσι=Χωρίον παρά τον Αλφειόν ποταμόν.πηγή αφθόνου ύδατος εν Λαρίσση. Λαρισσαίαι Πέτραι και εν Λέσβωόπως και Μανδαμάδον όπως επίσης κι άλλες παρεμφερείς τοπωνυμίαι, ως Μυτανίς, Μακαρία, Μαλέα, Μαραθάς, και Μαλαθράς, Μάκεστος, Μέλαγκας, Μέστομα και Μάρμαρον.
Μάτα=Βορ. Ήπειρος ξανά, ματαλέω, ξαναλέω, ματαγλέπω
Μα τω θεώ =ου μόνον γυναίκες αλλά και άνδρες ώμνυον (Ησύχιος)Στην Κέρκυρα σήμερα ακόμη στην καθημερινότητά τους λέγουν: “Μα τω θεώ αλήθεια σου λέω”
Μάτι-Μάτιο-Ματιάνοι= Μαυρομάτι τοπ. Ηπείρου, Μάτι Αττικήςτο μεταλείον,το ύδωρ έχει άμεσον σχέση προς τα μέταλλα και δη τον χρυσόν. Χρυσορρόαι και αργυροδίναι ποταμοί. Μάτι λέγεται η φλέβα “μάτι νερού” κυρίως η φλέβα χρυσού, στα Αιγυπτιακά μέτα είναι η φλέβα, το νταμάρι όπως λέγεται λέξη που έχει άμεση σχέση με τον χρυσό. Στις Ινδίες Ματι σημαίνει σοφία, λόγος. Στην ορφική θεολογία καλείται Μητις και σημαίνει βουλή, σοφία, φρόνηση
Ματιάζω=Αβασκαίνω,σκοπεύω, βάζω στο νου μου κυρίως προηγουμένως ιδω κάτι.
Μάτμων= Θησαυρὸς ὑπόγειος· κεδὲμ-καδὲμ-Κάδμος ὁ χρυσοῦς.
Ματοτσίνορο=Βλεφαρίς.
Ματσιάζω= Πιάνοντας κανείς με τα χέρια το ματσί=γατάκι, του χαλνάει τη Ματσιαλώ=Μασιάζω,μασημένη τροφή που δίνουν τα πουλιά με το ράμφος τους, Μάτσια.
Μάτσιαλο=Η μασημένη πολτοποιημένη τροφή κυρίως στο στόμα.
φυσική του χάρι, το τρίχωμα= το ματσιάζει.
Ματσί το=Το γατάκι, γατί, γατσούλι.
Ματσούκι=Ηπείρου τοπ.
Μαυλώ=Συμμαζεύω, συγκεντρώνω, καλώ οικόσιτα ζώα με ειδική φωνή.
Μαυραγγελιά=Η δυσθυμία, μελαγχολία άνευ λόγου.
Μαυρανά=Ηπείρου τοπ.
Μαυριδερός=Ο μελαχροινός.
Μαυριτανία-Μαυρητανία-Μαρουσία=επαρχία Αφρικής εκτεινομένη αρκτικώς περί τον Ατλαντικόν ωκεανόν έως της Νουμιδίας και κατοικουμένη υπό των μαύρων ή μαυρουσίων των οποίων ο Πτολ.δ, απαριθμεί διαφόρους λαούς που εσχημάτιζον εν μέγα και ισχυρόν βασίλειον διηρημένον σε μεγάλα μέρη εις την Καισαρικήν Μαυρουσίαν κειμένη ανατολικώς και εις την Τιγγητανήν Μαυρουσίαν και έχον επισήμους πόλεις επ’ αυτού τανύν βασίλειν του Φες και Μαρόκου (Στραβ.)
Μαυρόπουλο=Ηπείρου τοπ.
Μαύρος,η,ο= Ο δύστυχος, ταλαίπωρος, “ωχ! ο μαύρος τ’ έπαθε”. Χρώμα μαύρο.
Μαυσώλειον=Ο περίφημος και μεγαλοπρεπής τάφος, τον οποίον η Αρτεμισία βασίλισσα της Καρίας ήγειρεν εις την Αλικαρνασσόν προς τιμήν του αποθανόντος αυτής συζύγου Μαυσώλου τον οποίον τάφον οι αρχαίοι συγγραφείς συγκατέττατον μεταξύ των επτά θαυμάτων του παλαιού κόσμου. Υπάρχει και εις την Ρώμην μεγαλοπρεπής οικοδομήν εις το πεδίον του Άρεως (Νικ.Λωρέντης)
Μαχαιρούς=φρούριον της Ιουδαίας, ως Ιώσηπος, το εθνικόν ώφειλεν ως Ιεριχούντιος, αυτός δε Μαχαιρίτας αυτούς φησί. (Μαχαιρίτσας επώνμ. σύνηθες βλέπε λ.Μάχαιρα)
Μαχλαίοι=έθνος της Ινδίας
Μαχμουρλής=Κείνος που σηκώνεται ανόρεχτα από τον ύπνο.
Μάχαρες-μάχαρα= λέγομεν παν σπήλαιον.
Μάχαιρα=Το εργαλείον δια του οποίου ορύσσονται τα φρέατα, τα λακκώματα,
Μάχαραν=Σπήλαιον, Ηλύσσιον, τόπος μακάρων (Μαχαραγιά ινδικά έχοντα σχέσιν)
Μάχαιρον=ελέγετο και φρούριο εν Φρυγία και μέρος της Φρυγίας και πάσα η Φρυγία. Αλλά Φρυγία και Λυδία και Λυκία και Κιλικία και Καρία είναι ονομασίαι των Παξών.
Μάχαιρα-μάχαρα-μάκαραι-μάκαρ=ήτο το όργανο δι ου ορύσσονται τα φρέατα, τα λακκώματα, και μάχαιρα =τα άντρα, τα σπήλαια, ο λίθος ο λελατημένος, το σπήλαιον. Οι διαμένοντες εις το σπήλαιον διηνεκώς ελέγοντο μακάριοι, μακαρίται. Αυτοί ήσαν οι τεθνεώτες εν ταις μαχάραις-μακάραις τοις σπηλαίοις ενταφιασθέντες μάκαραι και μακάριαι. Οι μακαρίται αυτοί ήσαν οι θεοί και οι ήρωες, οι πρόγονοί των εν σπηλαίοις και τοις άντροις γεννηθέντων και ενταφιασθέντων πρώτων ανθρώπων, των πρωτοελλήνων, των Ελλήνων, Ερυθράιων, Αιθιόπων, Πελασγών, δια τούτο και οι τόποι όπου ήσαν ενταφιασμένοι ένθα διέμενον οι θεοί ούτοι και ήρωες πρόγονοι, ήσαν αι νήσοι των άντρων, των Παξών ιδίως, αι οποίαι ως και η Κέρκυρα, ελέγοντο νήσοι των Μακάρων. Ανάμνησιν των οποίων ετήρησαν επί χιλιάδες έτη οι κάτοικοι των νήσων τούτων, αι οποίαι είχον την ονομασία της Μάκριδος, των Μακράτικων, ιδαιτέρως δε η εν Παξοίς κοινότης Μαγαζείων και Φουντάνας, διότι Φουντάνα σημαίνει ότι και αι λέξεις μέγαρα, μάγαρα, άντρον, σπήλαιον.(Αθηναγόρας)
Μέβγεσδα-Μεύδεζα-Μευγιασδινόν-Μευδεζής=Χωρίον Πωγωνίου, κείται πάνω στα ερείπια της αρχαίας πόλεως Εκατομπεδών. Ειναι χτισμένη στους πρόποδες της Νεμέρτσας.
Μεβλίαρος= Εκαλείτο και η Ανάφη, η έχουσα αφθόνους πηγάς υδάτων. βλ.Μεσσαρέα.
Μεγαμηδείδης= Ο ἄναξ Πάλλας οὗ θυγάτηρ ἡ δῖα Σελήνη·
Μεγαρίζειν= Μολύνειν Μέδρα=Θυγάτηρ της Ατλαντίδος
Μεγάλη Ελλάς=αρχαίον όνομα της μεσημβρινής Ιταλίας (βλέπε λέξη). Περιελάμβανε τρία επίσημα μέρη της κάτω Ιταλίας: την Απουλίαν μετά της Καλαβρίας, την Λευκανίαν και την χώραν των Βρεττίων.(Νικ. Λωρέντης) Μεγάλη Ελλάς ελέγετο και η μικρά Ασία
Μεγάλη πόλις=πόλις Αρκαδίας εκαλείτο κατά το ήμισυ Ορεστία. Υπήρχε και άλλη πόλις Καρίας η νυν Αφροδισιάς, η πρότερον Λελέγων πόλις και δια το μέγεθος αυτής Μεγαλόπολη και Νινόη από Νίνου, έστι δε και άλλη πόλις Ιβηρίας Μεγαλόπολις και Μεγάλη νήσος η νυν Λυκίας
Μεγαλόπολις=Πόλις Πελοποννήσου από την Κυλλήνη μέχρι το Κατάκωλο ευρέθησαν εκατοντάδες εργαλεία και απολεπίσματα Μέσης Παλαιολιθικής εποχής.
Μέγαρα =Μάχαρα ή Μάγαρα της αρχαιότητος εβραϊστί με `αρα λέγεται το σπήλαιον.Πόλεις. Μέγαρα τὰ γνωστὰ τῆς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας καὶ ἡ ἐξ αὐτῶν Μεγαρὶς χώρα.
Μέγαρα =Τῆς Σικελίας, Μέγαρα τῆς Συρίας, Μέγαρα ἐν Θεσσαλίᾳ, Πόντω, Ἰλλυρία καὶ Μολοσσίδι τῆς Ἠπείρου, κατὰ Στέφανον τὸν Βυζάντιον·
Μεγαρεὺς ὁ = Ήτο υἱὸς τοῦ Ποσειδῶνος καὶ τῆς Οἰνόπης, ἡ υἱὸς τοῦ Ὀγχηστοῦ, ἢ τοῦ Αἰγέως. Εκ τοῦ Μεγαρέως τούτου δὲν προῆλθον τὰ Μέγαρα. Ἡ ἱστορία τῆς λέξεως ταύτης εἶναι λίαν ἐνδιαφέρουσα. Ἡ λέξις Μέγαρα σημαίνει ὅτι καὶ ἡ λέξις Μαγαζὶ.
Μέγαρα καὶ Μέγαρον= Εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ. Αι κατοικίαι τῶν πρώτων ἀνθρώπων, ἦταν τὰ ἄντρα καὶ τὰ σπήλαια. Πολλάς ὀνομασίας προσέλαβον ταῦτα. Μία ἐξ αὐτῶν εἶναι καὶ ἡ λέξις μέγαρον· κατὰ τὸν Ὅμηρον μέγαρον ἦτο ἡ μεγάλη αἴθουσα τῶν ἀνδρῶν, ἡ καὶ κυριωτέρα· ἦτο ἐπίσης θάλαμος γυναικεῖος, ἡ ἰδιαιτέρα κατοικία τῆς δεσποίνης ὡς καὶ ὁ κοιτών, ἡ οἰκία, τὰ ἀνάκτορα. Κυρίως ὅμως καὶ κατ' ἐξοχὴν ἦτο ἡ κατοικία τῶν προγόνων. Ὁ Ἡσύχιος ὁπωσδήποτε μᾶς διεφύλαξε πάσας τὰς ὡς ἄνω σημασίας τῆς λέξεως. «Μέγαρα, λέγει, οἱ μὲν τὰς καταγωγείους οἰκήσεις καὶ βάραθρα· οἰκία, καὶ θεῶν οἴκημα. Τινὲς δὲ καταστέγους οἰκήσεις ἢ πόλιν». Ὁ Ἡσύχιος δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐννοήση ἐπακριβῶς τὴν ἔννοιαν τῆς λέξεως, ἀλλὰ καὶ οἱ πρὸ αὐτοῦ ἀπώλεσαν τὴν παράδοσιν, διατηρήσαντες ὁπωσδήποτε ἀνάμνησίν τινα.
Μεγαμηδείδης= Ο ἄναξ Πάλλας οὗ θυγάτηρ ἡ δῖα Σελήνη·
Μεγαρίζειν= Μολύνειν Μέγκλες=Καλό, εξαιρετικό, είναι μέγκλες.
Μέγας Αιγιαλός=τοποθεσία Β της Αδούλιδος βλ.λ.(Πτολ.Δ΄7)
Μέγκλες=Καλό, εξαιρετικό, είναι μέγκλες.
Μεδεὼν= Πόλις τῆς Ἠπείρου. Μεδέων=Βασιλιάς, προστάτης.
Μέδιμνο=νόμισμα, μέτρον όμοιον, ή χοινίκων τεσσαράκοντα οκτώ
Μέδμη=πόλις Ιταλίας και κρήνη ομώνυμος
Μεδοῦλος καὶι Μήζηδος= Τῆς Εὐβοίας Καρυστίας, καὶ Μετζά τῆς Χίου·
Μέδουσα ή Γοργώ=Η μυθολογούμενη θυγάτηρ του θαλασσίου Θεού Φόρκυνος, η μήτηρ του Πηγάσου και Χρυσάορος. Η Γοργώ ελέγετο υπό των αρχαίων και Χρυσή, διότι η μεγάλη αυτή θεά των Κερκυραίων-Κορκυραίων-, ήτο συμβολική παράστασις του εν ταις Γοργύρα-Κορκύρα και Παξοίς ενυπάρχοντος χρυσού.
Μέδουσα= Χωρίον Θερμῆς ἐπαρχίας Ξάνθης. Ξάνθος δὲ καὶ ἐν Λέσβῳ. Μέδουσα= Η μήτηρ τοῦ Χρυσάορος.
Μέδρα=Θυγάτηρ της Ατλαντίδος
Μεδυλλία=πόλις, Αλβανών κτίσις, Ρωμαίων αποικία. Διονύσιος γ΄
Μέδω=Μήδομαι, Μέδιμνος,Μετρώ,ματαίω, μέδοντες,μήδος, μέλδω.
Μεζαπεαί=Αρχαία πολίχνη, έχουσα ιερόν του Διός προς βορράν των βρυσεών, κατά τους πρόποδες του Ταϋγετου.
Μεζάτι=Δημοπρασία. “Τόβαλαν στο μεζάτι”=εκοινολογήθηκε, βήκε στη φόρα.
Μέθαπος-Μέδαπος= Ο διδάξας τοὺς Θηβαίους (Παξινούς) τὰ τῶν Καβείρων μυστήρια.
Μεθοδίτης= Ο τεχνίτης καὶ μέθοδος ἡ τέχνη·
Μεθώνη= πόλις Μεσσηνίας παραθαλάσσιος με λιμένα την οποίαν είχον οι Λακεδαιμόνιοι υπό την εξουσίαν τους Μοθώνη καλουμένη. Μαγνησίας, ήν ο Όμηρος δια του η “οι δ’άρα Μηθώνην και Θαυμακίην ενέμοντο” (Στεφ.Βυζάντιος) Μέθανα εν Αργολίδι, Αρχαία πόλις της Μακεδονίας μεταξύ των εκβολών του Αλιάκμονος ποταμού και της Πύδνας, και πάσαι άλλαι Μεθώναι της αυτής εννοίας. Μεθώνη πολις οχυρά της Μακεδονίας επί του Θερμαϊκού κόλπου εις την πολιορκίαν της οποίας εστερήθη ο Φίλιππος έναν του οφθαλμόν Θουκ’ -Στράβων (Νικ.Λωρέντης) Μεθώνη πόλις Θεσσαλίας (Ησύχιος) Μηθώνη πόλις του Φιλοκτήτου (Όμηρος Β 716)
Μείλιχος= Ο θεός του οίνου Διόνυσος “Μειλίχιος και ημερίδης”, γλεύκος ο οίνος.
Μείλιχος όρνις” =Λέγεται υπό του ομήρου η περιστερά. Απόλλων. Ρόδιος 3.541.
Μεϊντάνι=Η επιφάνεια, το ομαλό και ανοιχτό μέρος. “Βήκε στο μεϊντάνι”=έγινε επισήμως γνωστό, ξανοίχτηκε στον κόσμο. “Σιαδια και μεϊντάνια”=πλήρης καταστροφή, ισοπέδωσι “γυλιά καρφιά”.
Μαλ-Μελ= Η ρίζα Μαλ εναλλάσσεται με τη Μελ
Έξ αυτού τα σύνθετα έχουν την έννοιαν του Μαλ.Μελίβοια η νήσος των Παξών.Μελικέρτης και Μέλκαρθ ο Ηρακλής. Μελισσεύς ο βασιλεύς της Κρήτης, πατήρ των νυμφών Αμαλθείας και Μελίσσης, εις τας οποίας η Ρέα παρέδωσε τον Δία προς ανατροφήν.
Μέλαγμος=Έτερος Λέσβιος ανήρ.
Μελάγχλαινοι=έθνος Σκυθικόν.Εκαταίος Ευρώπη.κέκληνται αφ’ών φορούσιν, ως Ιππημολγοί παρά το τους ίππους αμέλγειν, και Μεσσύνοικοι παρά τας οικήσεις.Στ.Βυζ.
Μέλαγχρος= Τύραννος της Λέσβου.
Μέλαθρον=το διάμεσος δοκός η υποβαστάζουσα την οροφήν, το μέσον της στέγης ξύλου και οίκος (Όμηρος)
Μέλαινα καὶ Σχερία= Εἶναι τῆς αὐτῆς ἐννοίας καὶ ἀναφέρεται εἰς τὸ πλῆθος τῶν ἀμπέλων τῆς νήσου, ἧς ὁ οἶνος ὑπῆρχεν ὀνομαστὸς κατὰ τὴν ἀρχαιότητα.
Μέλαινα Κόρκυρα=Κέρκυρα
Μέλαινα =Πόλις της Αρκαδίας. Ονομασία Ζακύνθου.
Μέλαινα=Κοινότης τοπωνυμίων υπάρχει μεταξύ Λέσβου και Κεφαλληνίας, όπως, Πελαγία-Πελασγία, Απελάτη, Πάλη, Άσσος, Θηναία, Βήσσα, Λάση, Γέρια, Μαυροβούνι, Ελμός, Σκοτεινή, Μυρτός, Λέπεδα, Μαύλακας κ.α.
Μελαινός=Δήμος της Αθήνας Αντιοχίδος φυλής.
Μελάμποδες=Οι Αρχαίοι Αιγύπτιοι, Απολδρ. χώρα Μελαμπόδων
Μελάμ-πους, ποδός=υιός του Αμυθάνονος, προφήτης εκ Πύλου, ηθέλησε να λάβη χάριν του αδελφού του Βίαντος την ωραίαν Πηρώ και ένεκα τούτου να κλέψη τας βους του Ιφίκλου, ας αυτός είχεν αρπάσει εκ της Τυρούς. Αλλ’ εν Φυλάκη ως αυτός είχε προφητεύσει, συλληφθείς ερρίφθη επί έν έτος εις το δεσμωτήριον, κι έπειτα ένεκα καλής συμβουλής προς τον Ίφικλον, λαβών δώρον τας βους αφέθη. Επανελθών εις Πύλον ετιμώρησεν τον Νηλέα, όστις εν τω μεταξύ είχε δημεύσει τα κτήματά του, και έδωσε την θυγατέρα του Πηρώ εις τον αδελφόν του, μεθ’ ού μετηνάστευσεν εις Άργος(Όμηρος)
Μελάμπυγος λίθος=βράχος απότομος επί του όρους Ανοπαίας περί τα σύνορα της Λοκρίδος Ηροδτ΄ 7, 216.
Μελάμφυλλος=αρχαίο όνομα της νήσου Σάμου Στράβ.
Μέλαν = Κατὰ τὸν Ὅμηρον, τὸ ὕδωρ.
Μελαναιγὶς =Ὁ Διόνυσος ἐλέγετο, καὶ Σκεῖρος.
Μελανὶς = Η Ἀφροδίτη.
Μελανεύς= Ο υιός του Λυκάονος.
Μελανθεύς=Ο επιστάτης των αιγοβοσκών του Οδυσσέως. Ο πατήρ του Κόδρου.
Μελάνθιος=Ανηψιός του Θεοφράστου.
Μελανία= Πόλις της Αμοργού.
Μελανιός=Της Χίου, το οποίον ήτο αντίτυπον των Παξών.
Μελανιό=Λέσβου αποικία Κερκύρας
Μελάνιον =Στη Χίο. Μέλαινα Άκρα απέναντι της Χίου κ. α.
Μελανίππη= Θυγάτηρ του Αιόλου.
Μελάνιππος=Ο εταίρος του ποιητή Αλκαίου.
Μελανός=Ο Μαύρος. Όποιος γεννιέται μελανός σκοτάδι πεθαινίσκει.”
Μελάντιοι=Σκόπελοι ΝΑ της Μυκόνου.
Μέλας=Ένας των ιδρυτών της Πάρου.
Μέλας= Υιός του ετέρου ιδρυτού Αγαμήδου.
Μέλδομαι =Τήκομαι· μέδω, σταθμῶ· μέδιμνον.
Μελεούνι-ούνια=Πολλά, άφθονα, αριθμητικώς.(Ηπειρος-Κέρκυρα)
Μελεγκίς=Η Λακεδαιμονία.
Μελέτι=Η γεννεά, καταγωγή, το σόϊ.
Μελετώ=Σκέπτομαι διαλογίζομαι. “Κάποιος με μελετάει”.
Μεληνεύς= Ο βασιλεύς των Δρυόπων.
Μελήτιον όρος, ο Αιγαίος ποταμός, η Ιωλκός, η Μακρηδία Χερσόνησος=όλα αυτά βρίσκονται στας νήσους Κέρκυρα –Παξών, Απολλωνίου Ροδίου Αργοναυτικά βιβλ.Δ΄
Μελί= Της όντως χρυσής Ερυθραίας χερσονήσου.
Μελίαι=Αι χρυσαί νύμφαι αι γεννηθείσαι από τα ακρωτηριασμένα “μήδεα” του Ουρανού.
Μελίβοια=πόλις Θετταλίας (Μέλι=χρυσός κατά την προϊστορία βλ.λ.Μελίαι)
Μελίβοια, ἤ Μελία =Η νῆσος των Παξών, ἔνθα αἱ Νύμφαι Μελίαι, ἤ Μέλισσαι αἱ ἀναθρέψασαι τὸν Διόνυσον εἰς Παξοὺς καὶ Κέρκυραν. Μέλισσαι δὲ καὶ αἱ ἱέρειαι τῆς Δήμητρος, Ἀρτέμιδος, Κυβέλης· καὶ σήμερον ἔτι πλεῖσται ὅσαι τοπωνυμίαι φέρουσαι τὸ ὄνομα τῆς Μελίσσης ὑπάρχουσιν ἐν Κερκύρᾳ καὶ ἐν Παξοῖς, ὅπου καὶ τοπωνύμια Μοθωνὸς
Μελιγαλά=τοπωνύμιο Θεσσαλίας
Μελιγουνίς=Ελέγετο η Ουρανία, ως και η θυγάτηρ αυτής επίσης ως και νήσος Λιπάρα.Αλλά η αρχική Λιπάρα των ποιητών είναι η Κέρκυρα, η “Λιπάρα Κέρκυρα”, ήτις ως και οι Παξοί και Βαλεαρίς ελέγετο και Βώλος ή Βόλος.
Μελιγουνίς=μία του Αιόλου νήσων.Καλλίμαχος εν τω Αρτέμιδος ύμνω.(Στεφ. Βυζαν.)
Μελιγουνίς=αρχαίο όνομα της νήσου Λιπάρας (Νικ.Λωρέντης)
Μελιηδέα καρπόν=Ο Ομηρικος λωτός, ο οποίος είναι άνθινος, δεν είναι φυτόν.
Μελιδώνη=Κυθήρων
Μέλισσαι = Ελέγοντο και αι ιέρειαι της Αρτέμιδος εν Εφέσσω, διότι ένα των πολλών ονομάτων ήτανε και της Εφέσσου.(Βλέπε Εσσήν)
Μελισσάνη=Σπήλαιο Νυμφών στην Κεφαλλονιά
Μελίσση =Εν Κορίνθῳ, ἥτις ἀρχικῶς ἧν ἀποικία τῶν Κερκυραίων.
Μελίσσι=Πολλοί.Ήταν κόσμος μελίσσι.
Μελισσοῦς= Εν Εὐβοία, ἥτις ἐταυτίζετο ἀρχικῶς μετὰ τῆς Κερκύρας-Παξῶν.
Μελίτα= Κατά τον Πλίνιον, εις τα μεταλλεία αργύρου Θωρικού της Αττικής κατά τα όρια της Βοιωτίας υπήρχε πόλις καλουμένη Μελίτα.
Μελιταία=(Ησύχ.)οθόνιά τινα διάφορα, εκ Μελίτης της νήσου (Κέρκυρα). Μελίταια= Πόλις επίσημος της Φθιώτιδος χώρας εν Θεσσαλία κειμένη επί του Ενιπέως ποταμού, πρότερον Πύρρα καλουμένη.
Μελίτειον όρος=Κερκύρας, παρεμφερείς τοπωνυμίαι ως Μελίκια, Μελίσσια Λευκίμμης, Παυλιάνας, Σιδάρι και αλλού.
Μελίτη= Μία των θυγατέρων της χρυσής Αφροδίτης της η και Λιπάρα.
Μελίτη = Νύμφη εν Κερκύρα η αναθρέψασα τον Διόνυσον, εξ αυτής όλη η νήσος Μελίτη ελέγετο.
Μελίτη και Σχερία=Ονομασίαι ταυτοσήμαντοι εις της Αιθιοπίας σημαίνουσα τόπον εγκλείοντα χρυσόν, πλούτον “Μήλα Οιδιπόδια” τα πλούτη του Οιδίποδος κατά τον Ησίοδον.
Μελίτη =Ελέγετο καὶ θυγάτηρ τοῦ Νηρέως καὶ τῆς Δωρίδος. Νηρεύς καὶ Αἰγαίων εἶναι μία καὶ ἡ αὐτὴ μορφὴ. Ὡς δὲ ἐκ τοῦ Ὕλλου σώζεται ἔτι ἐν Κερκύρᾳ τὸ ὄνομα τοῦ λιμένος «Ὑλλικὸς», οὕτω καὶ ἐκ τῆς Μελίτης τὸ ὄρος «Μελήτιον».
Μελίτη= Ορθρωνός νήσος μεταξύ Ηπείρου και Ιταλίας κατά τον σχολιαστήν του Λυκόφρονος.Ορθρωνοί ή Οθονοί λέγονται σήμερα αι νησίδες περί την Κέρκυρα.Μίλητος ελέγετο και η νησίς της Καλυψούς.
Μελίτη=Αρχικῶς ἐλέγετο ἡ Κέρκυρα. Ἀλλὰ καὶ πᾶσαι αἱ Νῆσοι, ἤ πόλεις αἱ φέρουσαι τὸ ὄνομα τοῦτο, ἤ κατά τι ἐναλᾶσσον, ὡς ἡ νήσος Μελίτη ἐν τῇ Μεσογείῳ ἡ νῦν Μάλτα, ἡ νῆσος Μελίτη ἐν τῇ Ἀνδριατικῇ. Δήμος αρχαίος της Αττικής μ’ έναν ναόν του Ηρακλέους Μελίτη νήσος με πλήθος άλλων τοπωνυμίων στα παράλια της Αφρικής όπως :Ανέμουσα, Νεάπολη, Καλάθη Χερσόνησος, Ύδρας νήσος, Απόλλωνος ιερόν, Θέαιναι, Δρέπανον κ.α. Μελίτη= Αρχαῖος δῆμος ἐν Ἀττικῇ τῆς Κεκροπίδος φυλῆς, ὀνομασθεὶς οὕτως κατὰ τὴν παράδοσιν, ἐκ τῆς Νύμφης Μελίτης, μεθ’ ἧς ὁ Ἡρακλῆς
δῆθεν, ἐκαθάρισε τὸν αὐχόθι τόπον, ἐκ τῆς Κερκύρας-Μελίτης ἔχουσα τὴν ἀρχὴν αὐτῶν.
Μελίτη= Εν Κύπρῳ. Μελίτη ἐν Ἀκαρνανίᾳ. ΜελίτηΜελὶ ἐν τῇ Ἐρυθραίᾳ οὐ μακρὰν τῆς ἡμετέρας πατρίδος. Μέλισσα, Μελιοὶ, Μελίδα, Μελίτη στην Άνδρο.
Μελίτη=νήσος μεταξύ Ηπείρου και Ιταλίας
Μελίτη= Πρὸς τὸ χρυσοῦν, ὅμως, ὄνομα τοῦτο εἶναι συνδεδεμένον περιστατικὸν ἔχον ἄμεσον σχέσιν πρὸς τὸν Ἀπόστολον τῶν Ἐθνῶν Παῦλον, ναυαγίσαντα εἴς τινα Νῆσον καλουμένην Μελίτην.(Αθηναγόρας)
Μελίδα, Μελίτη =Εν Ἄνδρῳ. Ἀφ’ ἑτέρου ἡ νῆσος Μῆλος, ἡ Μίλητος, ἡ
Μελίτειον το=Ὄρος Κερκύρας ἀλλὰ καὶ μέχρι σήμερον ὑπάρχουσι παρεμφερεῖς τοπωνυμίαι ὡς Μελίκια καὶ Μελίσσια ἐν Λευκίμῃ, Παυλιάνῃ καὶ Σιδαρίῳ» καὶ ἀλλαχοῦ τῆς Κερκύρας.
Μελίτειος= Οίνος Μελιτηνὴ καὶ πᾶσαι αἱ ὁμοιόμορφοι τοπωνυμίαι ἐκ τῆς Κερκύρας-Μελίτης ἔχουσι τὴν ἀρχήν των, λόγῳ ἐποικήσεως, ἤ τῆς αὐτῆς γεωλογικῆς συνθέσεως, ὡς καταδείκνυται καὶ ἀπὸ τὰς τοπωνυμίας κοινὰς οὗσας.
Μελίτη= Εν Κύπρῳ. Μελίτη ἐν Ἀκαρνανίᾳ. ΜελίτηΜελὶ ἐν τῇ Ἐρυθραίᾳ οὐ μακρὰν τῆς ἡμετέρας πατρίδος.
Μέλισσα, Μελιοὶ, Μελίδα, Μελίτη=Εν Ἄνδρῳ. Ἀφ’ ἑτέρου ἡ νῆσος Μῆλος, ἡ Μίλητος, ἡ Μελιτηνὴ καὶ πᾶσαι αἱ ὁμοιόμορφοι τοπωνυμίαι ἐκ τῆς Κερκύρας-Μελίτης ἔχουσι τὴν ἀρχήν των, λόγῳ ἐποικήσεως, ἤ τῆς αὐτῆς γεωλογικῆς συνθέσεως (Αθηναγ.)
Μελίτη=πόλη Δ της Ιππώνος Διαρρύτου, Τυνησίας(Πτολ.Δ΄3,8) η σημερινή Mateur (Λιακόπουλος)
Μελλούμενο=Το μέλλον, τα μέλλοντα να συμβούν. “Τα μελλούμενα καένας δεν τα ξέρει”.
Μελοκουκιά=Καρποφόρο δένδρο. ΟΙ καρποί του μελοκούκια.Μελίων, μέλι, μέλισσα=Είδος αμπέλου.
Μέλλαξ= Ο νεανίας, ο μείραξ.
Μὲλχ =Μέλεκ· Μελχισεδὲκ βασιλεὺς δικαιοσύνης· καὶ Μολὼχ ὁ θεὸς Κρόνος. Βαὰλ-Βὴλ = Θεὸς-βασιλεὺς, ὁ Μειλίχιος Ζεὺς-Διόνυσος.
Μεμάλι=Ήπειρου τόπ.
Μέμβλις=Η νήσος Μήλος. στη συνθηματική γλώσσα σημαίνει χρυσός
Μέμβλ-εται=μέλει, επι-μελήται, (Ησύχ.) μέλος = μέμπρο ιταλικά,
Μέμνων =Λέγεται και ο όνομα που σημαίνει γάϊδαρος-όνος. Το όνομα αυτό αρχικά δεν είχε καμμία σχέση με το γνωστό τετράποδο, αλλά σήμαινε το ερυθρό, έχοντας και άλλη βαθύτερη έννοια.
Μέμφις=Όνομα αρχαιοτάτης πόλ.της Αιγύπτου. Όνομα π.της Β Αμερικής επί του Μισισιπή.
Μεμούρης=Ο δημόσιος υπάλληλος.
Μέμπρο=Κατά τον Ξενόπουλο λέγουν οι Ζακύνθιοι τον κακομοίρη, παράδοξο, γελοίο, “μούτρο” όπως λέμε “νούμερο” “αυτός είναι ένα μέμπρο…”
Μεν = Ο λίθος, ἐν τῇ αὐτῇ σημασίᾳ καὶ Μενέλαος, Minerva, Μίνως ὁ θαλασσοκράτωρ.
Μένδη=Πόλις επί της χερσονήσου Παλλήνης εν τη Μακεδονία
Μένδης=πόλις της κάτω Αιγύπτου πρωτεύουσα του Μενδησίου νομού πλησίον του Νείλου ποταμού όπου ελατρεύετο ο θεός Μένδης τανύν Αχμούν ο Ηρόδοτος λέγει ότι ήτο η αυτή με τον Πάνα των Ελλήνων.
Μενε-κράτης=Μνημείον Μενεκράτους 6ος αιώνας π.Χ. υπάρχει στο κέντρον της πόλεως Κερκύρας. Τα λεξικά γράφουν για γιατρό επί των χρόνων του Καίσαρος Τιβεερίου, εφευρέτης διαφόρων ιατρικών μέσων και κατασκευών φαρμάκων, αλλος γιατρός Συρακούσιος(βλέπε Συράκουσαι) ακμάσας επί των χρόνων του Φιλίππου βασιλέως των Μακεδόνων
Μενελάϊον=όρος, με ένα φρούριον επ αυτού πλησίον της Σπάρτης επί της αριστεράς ό χθης του Ευρώτα ποταμού (Πολυβ.)Μενελάϊος λιμήν της Κυρηναϊκής χώρας εν Λιβύη.
Μενέλαος= Μεν-λίθος-λάας, ταυτοσήμαντος προς τον Ερυθρόν.
Μενέλεως=Μενέλαος (Ησύχιος)
Μενεσθέως=λιμήτης Βαιτικής Ισπανίας πλησίον των Γαδείρων
Μενε-σθώ=Θυγάτηρ του Ωκεανού.
Μενε-λαϊς=Πηγή της Αρκαδίας, δεξαμενή ένθα εισρέουσι τα ύδατα.Εια-μεναί κατά τον Ησύχιον τόποι κάθυγροι, εια-μενή έλος παραποτάμιον κάθυγρον, ειανού= ευδιαχύτου.
Μένες +Χρέμων=στις αρχές του 7ου αιώνα της 7ης π.Χ. χιλιετίας, οι Αιολείς δάσκαλοι, Μένες και Χρέμων, κάτοικοι της πόλης Βιμλοδοτίας της Αρκαδίας, επινόησαν και άρχισαν να χρησιμοποιούν την ενδιάμεσο γραφή, γραμμική ΑΒ. Στην ενδιάμεσο γραφή γραμμική ΑΒ χρησιμοποιήθηκαν 140 σύμβολα επί 7 αιώνες, μέχρι το τέλος της 7ης π.Χ. χιλιετίας. Τα
νεοεπινοηθέντα 30 σύμβολα της γραμμικής ΑΒ επινοήθηκαν από τον αρχιερέα και δάσκαλο που το όνομά του ήταν ΤΡΟΜΕΠΟΣ. (Τσόγκας Ταξιάρχης-Γαλάνη Καραβά Μ)
Μένος=Αναφέρεται αρχικώς εις τα ύδατα, όπως Απεσταλ-μένος. Είτε Απεσταγ-μένος (βλέπε Απεσταλμένος Μέντιος= Ο όνος (κυρ-Μέντιος) που λέμε σήμερα.
Μεντζήτι=Το ασημένιο νόμισμα των 20 γροσίων.
Mεντζητιέ=Πελασγικό όνομα θεωρούμενο ως σλαύβικο του χωρίου Πωγωνίου το αντικατέστησαν, νυν Κεφαλόβρυσο
Μέντης=Ο Όμηρος ως Βασιλέα των Ταφίων, αναγράφει τον Μέντην αρχηγόν των Κικόνων και φίλον του Οδυσσέως, την φυσιογνωμίαν του οποίου έλαβεν η Αθηνά, ίνα καθοδηγήσει τον Τηλέμαχον δια την στάσιν αυτού απέναντι των μνηστήρων.
Μέντιος=Βλέπε λ.Μέμνων
Μέντου=Πόλις εκ του ηγήτορος αυτής Μέντου ελέγετο η Τάφος η και Ταφιούσα.

Μερ, Μαρ, Μορ, Μεσ=ρίζαι της πρωτογόνου Ελληνικής,
έπειτα της ομηρικής, σήμερα σημαίνουν το ύδωρ, το νερό

Μερ=ύδατα, λίμνη έλεγαν οι Αρχαίοι Αιγύπτιοι (Κ.Δούκας)
Μερά=Τα νερά.
Μέρα=Πόλις.Όμματα-πηγαί.Κατά τον Ησύχιον οι οφθαλμοί οι άλλως λεγόμενοι όπτιλοι, όσσε, όκταλοι, όκκοι, αγωγαίοι.
Μεράμπελο=Τοπωνύμιο Λασιθίου Κρήτης, κατά την αρχαιότητα υπήρχαν πολλές ποικιλίες αμπέλου.
Μεραί= Ποταμός, κατά τον Ησύχιο.
Μεράς=Η βοσκήσιμος κοινοτική έκτασις.
Μέργασα = Η καὶ Μαργασὰ κληθεῖσα οὕτω δῆθεν ἀπὸ Μεγάρσης θυγατρὸς τοῦ Παμφύλου.
Μεργιά=τόπος θέσις.Βάρος “Δυό μεργιές ένα φόρτωμα”. “Σε κείνη τη μεργιά άφησέ το”.αλλά και “μέριασε” κάνε τόπο (Φ.
Φωτόπουλος)
Μεργιάτικο=Μιας ημέρας δουλειά η πληρωμή της.
Μερελός=Μουρλός-τρελλός
Μερεμετίζω= Επιδιορθώνω, κάνω μερεμέτια. “Θα σε μερεμετίσω εγω”=θα σε διορθώσω (ως απειλή).
Μερμερικοί=Οι Πειραταί κατά τον Ησύχιο.
Μερμώδης=Ποταμός της Ηπειρωτικής Αλβανίας.
Μεροβίγλι=τοπωνμ. Παξών
Μέροδρο=Η ήμερη βαλανιδιά.-αυτοφυής-η δρυς, που αφθονεί στην Ήπειρο.
Μερόη=πόλη της Αιθιοπίας στο σημερινό Σουδάν(Πτολ.Δ΄7.Βρίσκεται στην αριστερή όχθη του Νείλου, Β της Καρτούμ.Κατα τον Ηρόδοτο ήταν (Β΄29) η μητρόπολις των Αιθιόπων, διέθετε μαντείο και οι κάτοικοί της λάτρευαν τον Δία και τον Διόνυσο.Η σημερινή Μερανί. Συγχέεται ωστόσο με τη Νάπατα. Με την ονομασία αυτή υπήρχε επίσης στο Νείλο με ομώνυμη πόλη, η οποία κτίσθηκε από τον Καμβύση καο ονομάσθηκε έτσι από τον ίδιο προς τιμήν της μητέρας του(Διοδ.Α΄33) (Λιακόπουλος)
Μέροπες=Κατά το Λιντλ και Σκοτ από το Μείρομαι και οψ άνθρωποι προικισμένοι με το χάρισμα του λόγου. Κατά τον Ηλ.Τσατσόμοιρο και άλλους Έλληνες= οι έχοντες έναρθρο λόγο, μέρωψ-οπος από το Μείρομαι+οψ=φωνή.(βλέπε Αλαλία)
Μερόπη =Μία τῶν Πλειάδων σύζυγος του Συσύφου., ἄλλη Μερόπη θυγάτηρ τοῦ Οἰνοπίωνος.
Μερόπη=Στη Λέσβο υπάρχει τοπωνύμιον, ολοκληρούν την όλην γεωλογικήν σύστασιν της νήσου.
Μέροπες βροτοί=Αναφέρεται εις το ύδωρ.
Μερόπη ἡ Κῶ= Κῶς δὲ οἱ Παξοὶ. Οἱ Παξοὶ, αἱ Νῆσοι τῶν ἄντρων καὶ κοιλωμάτων, διότι κόοι τὰ χάσματα, κόϊ= τα κοίλα,τὰ κοιλώματα τῆς γῆς. Κῶν τὸ κοῖλον, τὸ βαθὺ· «κόους γρ τ κοιλώματα τς γς κα πάντα τ σπήλαια λεγον», κατὰ τὸν Ἡσύχιον· Κῶς ἐν Κορίνθῳ ἡ δημοσία εἰρκτὴ, ὡς καὶ ἐν Ἀθήναις.(Βλέπε Μέρωψ)
Μερόπη=Μήτηρ της Αρίσβης και Μερόπη θυγάτηρ του Οινοποίονος.
Μεροπία =Εκαλείτο και η Σίφνος. Η ονομαστή δια τα μεταλλεία του χρυσού.
Μεροπίς γη=Μυθώδης χώρα των υπερβορείων (Ηπειρώτες). Ελέγετο Νυμφαία.
Μεροπίς=νήσος
Μερούσιον=χωρίον Σικελίας
Μέροψ =Κύριον όνομα και κοινό πάντων των ανθρώπων. «Μέροπες ἄνθρωποι»= «μέροπες βροτοί» τοῦ Ὁμήρου, δηλαδὴ χοϊκοί, πάλιν ταυτοσήμαντος εἶναι τοῦ «ἐρυθρός»· ὁ πρῶτος ἄνθρωπος, ὁ Ἀδὰμ σημαίνει, ἐρυθρός, μελαψὸς Αἰθίοψ.
Μέροψ= Ο υιός και Βασιλεύς της Κω, γι’ αυτό οι Κώοι λέγονται Μέροπες, αλλά Κως είναι η νήσος των άντρων-Παξών. Μερόπη υπάρχει χωρίον και όρος εις το Πωγώνιον Ηπείρου με αρχαιολογικούς χώρους.
Μερμόδας=Ποταμός της επαρχίας Αλβανίας εις την Ασία.
Μεροβίγλι=Κερκύρας-Ηπείρου τοπωνύμιο
Μερσίτης= Η ἄμπελος καὶ Μυρσῖτις.
Μέρτζα—έρτζες=Φούντες κόκκινες που στολίζουν το κεφάλι της νύφης την ημέρα των γάμων στο Πωγώνι.
Μέρτζανη=γέφυρα του Βοϊδοποτάμου επί των Ελληνο-Βορειοηπειρωτικών συνόρων
Μερώνω=Καθησυχάζω
Μέρωψ= Βασιλεύς της Αιθιοπίας
*Μες=
Συγγενείς προς την λέξιν αυτήν είναι διάφοροι τοπωνυμίαι
έχουσιν άμεσον σχέσιν προς το ύδωρ.
Μέσα, μέζα, μάζι=Εχει άμεσον σχέσιν προς την γην, τον λίθον, την πέτραν, τα λοφώδη μέρη και τα κοιλώματα.
Μέσ-μέσα= Λέξις ελληνική σημαίνουσα ύδωρ.
Μεσάλι-μεσάλα=Αρχ.Λέξη Τραπεζομάντηλο. Σφογγιστομπολιές = Λεπτά
υφάσματα που κάλυπταν τα ιερά σκεύη ή τα χρησιμοποιούσαν για να
σφογγίζουν το Άγιο Ποτήριον (Λεξικό Κερκύρας).
Μεσάρια= Εν Κυθήροις λέγονται τα έντερα.
Μεσαρινά= Τα έντερα εν Κεφαλληνία.
Μεσέρκιον=Διός επίθετον
Μέση= Καλλονής Λέσβου τόπος πλήρης ελών.
Μέση= εις Κέρκυραν.
Μέση=Η ψίχα του ψωμιού.
Μεσιός=Ο μεσαίος, ο μέσος, μεταξύ των δύο.Μεσιόπορτα Η μεσαία θύρα.
Μέσμα=Αρχ. Πόλις της ΝΑ. Ιταλίας αποικία των Λοκρών και Μέσμα ποταμός αυτής. Μεσογάστορα=Ναύται τον εν τη μέση νηΐ.
Μεσόγειος=Γη άνευ λιμένος.(Ησύχ.)
Μεσογγή (Μεσωγίς)= Ποτάμι και χωρίον Κερκύρας.
Μεσομφαλία=Η μέσος των Δελφών πόλις.
Μεσόδμα=γυμνή γυνή (Ησύχιος)
Μεσόσκελα=Τα ανδρικά γεν. Όργανα Μέσπιλα, μεσπιλέα-μέσπολα-νέσπολες μέσκουλες, μούσμουλα=Φυτόν της οικογενείας των ροδοειδών.
Μεσάντρα=Ιματιοθήκη, ντουλάπα.
Μέσσα=Αρχ. Πόλις της Λακωνίας κατά τον όρμον του Μεζάπου προς βορράν των Βρυσέων.
Μέσσαβα=πόλις Καρών
Μεσσάνα-Μεσσήνη-Μεσσάνιος-Μεσσήνιος.
Μεσσαπεύς= Ο όμβριος Ζευς.
Μεσσάπη= Τόπος που κτίστηκαν αι Πάτραι.
Μεσσάπη=Ποταμός
Μέσσαπος=Υιός του Ποσειδώνα.
Μεσσαπία=χώρα Ιαπυγίας προσεχής Τάραντι(Στεφ. Βυζάντιος)
Μεσσάπιον=όρος Ευβοίας
Μεσσάπιον =Όρος της Βοιωτίας κείμενον επί της αρκτικής αυτής παραλίας περί την
Ανθηδόνα, τανύν Κτυποβούνι.
Μεσσαρέα= Χωρίον κατάρρυτος. Εν Ανδρω Μεσσαρέα. Αι διάφοροι ονομασίαι της νήσου Υδρουσα, Νωνγρά, Επαγρίς, Λασία, Άρνη, αρκούν να αποδείξωσι ο υδρηλόν και κατάρρυτον της νήσου, με τας πηγάς της και τα ρείθρα αφθόνων υδάτων και των ποταμών και ρυάκων της. Αλλά και τοπωνυμίαι Καμάρα, Λουριά, Βιτάλη, Βαρίδι, Βώρη, Τένη, Βαρήμ Βόρι , Βλυχές, Μελάγκυνας, Σκοινιά, Μάρμαρο, Μπότσι, Καλαμίτης, Φελλό, Μεσαθούρι, Γάλια, Γιάλια Φουντάνα Ζέννο, Βουρκωτή, Παλαιστό Σάριζα, Άχλα Κυπρί, και πολλαί άλλαι μαρτυρούν περιτράνως ότι η Μεσσαρέα της Άνδρου έχει το όνομα εκ του πλήθους των εν αυτή υδάτων.(Αθηναγόρας.)
Μεσσαριά=Τοπωνυμίαι άπειραι με την έννοια της Μεσσαρέας. Μεσσαριά ή Μέση στην Κέρκυρα.Το αυτό εν Κεφαλληνία, εν Λευκάδα, εν Τήνω πεφημισμένη δια τα άφθονα νερά, όπως Υδρούσα και Οφιούσα. Μεσσαρέα και εν Ικαρία την νήσο του Διονύσου ο γνωστός παρά τοις αρχαίοις Πράμνιος οίνος. Μεσσαρέα και εν Θύρα Φήρα-Βήρα τη και Καλλίστη, της οποίας πρώτος οικιστής ο υπό του Κάδμου εγκατασταθείς Μεβλίαρος.
Μεσσαρέα=Λευκάδα,Τήνο, Υδρούσα και Οφιούσα. Ικαρία στη νήσο του Διονύσου εξ ου και ο γνωστός κατά την αρχαιότητα ο Πράμνιος οίνος.
Μεσσαρέα=Χωρίον, τόπος κατάρρυτος όπως είναι η Άνδρος. Στην Κύθνο υπήρχον θερμά ιαματικά νερά.στη Λασσαία χώρα Δυτικά της Κρήτης.
Μεσσαρέα=Υπήρχε στην Κύθνο που είχε θερμά ιαματικά ύδατα, δια τα ύδατα αυτά εκαλείτο Δρυοπίς, ήτο δε ο όφις αρχικώς σύμβολον του ύδατος εν τη μυστικοτέρα δε εννοία και του χρυσού.
Μεσσαρέα=Αρχαιοτάτη ούσα δια τας πηγάς εις την Πελοπόννησο, Κορινθία, Κέρκυρα Μεσσαριά και Μεσσαρέ=Στην Κρήτη η μεγαλειτέρα και σημαντικοτέρα αυτής πεδιάδα διαρρεομένη υπό ποταμών και ρυάκων, σήμερον αποξηραμένη Λίμνη.
Μεσσαριά ή Μεσσαρηά=Στην Κύπρο μέρος πεδιάδος διαρρεομένης υπο του ποταμού Πηδιά. Η Μεσσαριά Κύπρου ελέγετο και Σύβαρις. Μαρσιάς στην Κεφαλληνία.
Μεσσαριά= Εν Πάρω υπάρχει και τοπωνυμία Νάουσα. Μεσσαριά εν Σύρω καλείται μεγάλη περιοχή αποτελούσα λεκανοπέδιον ευφορώτατον.
Μεσσαριά =Εν Ρόδω λέγεται χωρίον κείμενον σε πεδιάδα διαρρεομένη υπό ποταμού και λίγο μακρύτερα υπάρχει το Πλημμύριον και Βάτιν.
Μεσσαριά= Στην Ήπειρο λέγουν τόπους πολυύδρους. Στην Ρόδο Μεσσαριά λέγεται χωρίον κείμενον εν πεδιάδει διαρρεομένη υπό ποταμού και ου μακράν αυτού το Πλημμύριον και Βάτιν.
Μέσσαρος=Ο υιός του Ποσειδώνα θεού των θαλασσίων υδάτων και ποταμών.
Μεσσάρα=Στη Σχοινούσα από το οποίο όνομα είχε ο υδροχαρής σχοίνος.
Μεσσογίς-Μέσσωγις =Όρος της Λυδίας στην Μικρά Ασία.
Μεσολόγγι=Πόλις Μεσ(νερά) λόγγος.
Μεσοποταμία=ακατοίκητος περιοχή κατά την προϊστορία, ή εκαλύπτοντο από θάλασσα όπως προδίδει η αφθονία πετρελαίου της περιοχής αυτής. Ούτε η Αίγυπτος υπύρχε κατά την προϊστορία η οποία κατά τους Γεωγράφους είναι γη δημιουργηθείσα κατόπιν και εν συνεχεία εκ των προσχώσεων του Νείλου (τοπων. Παξών) (Ι.Πασσάς)
Μεσοποταμία=τοπων. Καστοριάς Μέση των ποταμών=χώρα μεταξύ Ευφράτου και Τίγριδος εκαλείτο και Αδιαβηνή ως ιστορεί ο Κουάδρατος το εθνικόν Μεσοποταμίτης (Στεφ. Βυζάντιος)
Μεσοπόταμος=Χωρίον Θεσπρωτίας στην κορυφή του λόφου το Νεκρομαντείο.
Μεσοπόντιος=ο Ερέσιος Ποσειδών ούτω γαρ εν Ερέσω τιμάται, πόλει της Λέσβου. Καλλίμαχος Αιτίων α΄(Στεφ. Βυζάντιος)
Μεσσηΐς=κρήνη εν Θεσσαλία
Μεσσήνη= Κατά τον Ησύχιο, η έχουσα κοιλάδας, όπου συναθροίζονται όμβρια νερά.
Μεσσήνη=Εν Πελοποννήσω κατάρρυτος χώρα υπό τόσων ποταμών περιρεομένη.
Μεσσηίς=Κρήνη στη Θεσσαλία της Αργολίδος.
Μεσσήνη= Εκ της οποίας και ο τόπος είχε το όνομα, ήτο η θυγάτηρ του Τριόπα, θεού του Ποσειδώνος.Ήτο δε ο Τριόπας εκ των πρώτων οικιστών της Λέσβου. Μακαρία εν Μεσσήνη, αλλά και η Λέσβος.
Μεσσήνη=και χώρα και πόλις. Στράβων ογδόη. χώρα δε η Μεσσηνία και Μέσση κατα αποκοπήν, ή Μέση και Μεσήνη έστι δε και άλλη Μεσσήνη της Σικελίας και χώρα Περσίδος Μεσηνή δε ενός σ, υπό των δύο ποταμών Ευφράτου και Τίγριδος μεσαζομένη (Στεφ. Βυζάντιος)
Μεσσηνία=Παραλία Καλογριάς (βλέπε λ.Καλόγερος)
Μεσσιά=Κρουνός, βρύση.
Μεσσόα=τόπος Λακωνικής. Στράβων ογδόη. έστι και φυλή Λακωνική, Μεσσοάτης το εθνικόν Στ.Βυζ.
Μέσσοβον ή Μέτσοβον=Ευρίσκεται παρά τας πηγάς του Αράχθου ποταμού.
Μέσσουνα= Τόπος υδάτων.
Μεστώνω=Ωριμάζω.Μέστιος=ώριμος σε ηλικία άνθρωπος.
Μεσωγίς =Εις την κοιλάδα του Μαιάνδρου ποταμού. Μέσωγις=όρος Λυδίας
Μεσωγίς- Μέσωνας=Τόπος αρχαίος πλήρης υδάτων εις Παξούς.
Μέτα= ὠνομάσθη ἡ μέταξα, τὸ λεπτὸν ξανθὸν νῆμα, τὸ ἄλλως σηρικὸν λεγόμενον.
Μετακαλίς=Με τον καλό τρόπο. Παρτόν μετακαλίς.
Μετάβολοι= Οἱ πραγματευταὶ, οἱ μεταπράται ἔμποροι· Τῆς αὐτῆς ἐννοίας τῶν μετάλλων εἶναι καὶ οἱ λέξεις μάταιος ὁ ἐκ τοῦ πλούτου ὑβριστὴς καὶ κενόδοξος·
Μετ’ αύτους- μεδ’ αύτους=Με αυτούς.
Μεταναστεύω=Εκζητώ τα μέταλλα από τόπου εις τόπον.
Μετάνοια=Το προσκύνημα κυρίως κατά την προσευχήν.
Μέταον=πόλις Λέσβου
Μέταπα=πόλις Ακαρνανίας
Μέτοικος =καὶ μέτηλυς· μεταναστεύω· μεταπράτειν κατὰ τὸν Ἡσύχιον, τὸ ὑπερλάμπειν· μετοχὴ, μετρῶ· καὶ πάντα ἐν γένει τὰ ὀνόματα τὰ ἐκ τοῦ μετ σύνθετα.
Ὁ λαὸς συνήθως τοὺς ἀστερισμοὺς καλεῖ σημάδια· σημάδι λέγεται ὁ χρυσοῦς δακτύλιος τοῦ ἀρραβῶνος, ἐνίοτε δὲ καὶ τὸ χρυσοῦν νόμισμα τὸ διδόμενον ὡς ἀρραβῶν ὑπὸ τοῦ Γαμβροῦ εἰς τὸν προξενητὴν. Ἀλλὰ καὶ πλῆθος ἄλλο κυρίων ὀνομάτων.
Μέτορο=Το αστείο.”Να πούμε κάνα μέτορο να περάσ’ η γιώρα.”(Ήπειρος)
Μήγαρις κερκ.= Μήπως;
Μηδαλέων= Το δύϊγρον, το αδιάβροχον.
Μήδεια= Λέγεται χώρα πλούσια σε χρυσό, άργυρο και πολύτιμους λίθους στην Αραβία Μήδας=ονομάζεται ο βασιλιάς της Φρυγίας, εκείνος που μετέβαλλε σε χρυσό ότι άγγιζε. Τα Μήδεα του Κρόνου εκ των οποίων η χρυσή Αφροδίτη και οι Χρυσές Μελίες Νύμφες, αυτά και όλα τα συναφή έχουν άμεση σχέση με τον χρυσό. Μήδεια =Εξ ἧς ὁ Ποσειδὼν ἐγέννησε τὸν Ἀσπληδόνα· ἡ πολυθρύλλητος Μήδεια, ἡ θυγάτηρ τοῦ βασιλέως τῆς παγχρύσου Κολχίδος Αἰήτου. αποθανούσα ετάφη υπό του Ιάσωνος εις Βουθρωτόν. (Αθηναγόρας)
Μηδείδης= Ο Τυρσηνὸς ληστὴς, ὁ τὸν Διόνυσον λαβὼν ἐν τῷ πλοίῳ αὐτοῦ.
Μήθυμνα=Μάθυμνα, μία των επισήμων αρχαίων πόλεων της νήσου Λέσβου περίφημος δια τον οίνον.
Μηθώνη, Μεθώνη, Ὀθώνη, Ὀθωνὸς, Μοθωνὸς, Ὀρθρονὸς= ἕν καὶ τὸ αὐτὸ διὰ διαφόρων ὀνομάτων, ἡ Νῆσος τῶν Παξῶν, ἥτις καὶ Ὀλιζὼν ἐλέγετο, ἀλλὰ καὶ Θαυμακία, καὶ Δωμοκὸς·
Μηθώνη, Μεθώνη , Οθώνη, Οθωνός, Μοθωνός, Ορθρονός= Διάφορα ονόματα της νήσου των Παξών. Καθώς επίσης Ολιζών και Θαυμακία και Δωμοκός επίσης και Μελίβοια ή Μελία νήσος ένθα αι Νύμφαι Μελίαι ή Μέλισσαι αι αναθρέψασαι τον Διόνυσον εις Παξούς και Κέρκυρα Μέλισσαι και αι ιέρειαι της Δήμητρος, Αρτέμιδος, Κυβέλης. Σήμερον όσαι τοπωνυμίαι φέρουσι το όνομα της Μελίσσης υπάρχουσιν και εν Παξοίς όπου και τοπωνυμία Μοθωνός. Αλλά και η Λήμνος όπου εγκατελείφθη ο Φιλοκτήτης, είναι η νήσος των Παξών. Η και Αιθαλία και Ηφαιστεία λεγομένη η ηφαιστειώδης νήσος, η πλήρης ρωγμών και άντρων και σπηλαίων.Ο Όμηρος προσωποποιεί την Λήμνον εις το πρόσωπο του Λάμου βασιλέως των Λαιστρηγόνων, η Τηλέπυλος “το Λάμιον πτολίεθρον”. Είναι η Λήμνος-Παξοί ο άγριοι Λαιστρηγόνες είναι οι Σίντιες άνδρες τους οποίους ο Όμηρος λέγει αγριοφώνους.Λήμνος-Λάμνος-και Λάμος είναι ταυτοσήμαντα. Λάμος είναι το χάσμα, λάμιαι τα χάσματα, οι λάκκοι, τα ορύγματα, τα φρέατα, τα λατομεία τα άντρα και Λάμιες αι Νεραϊδες Λαμιά και τοπωνυμία εν Παξοίς.Αθηναγόρας Αι νήσοι των Παξών.
Μήλα=Κοινώς πάντα τα τετράποδα, αργότερα παντός δένδρου καρπός (Ησύχιος).
Μηλιά= Προϊστορικά εννοούσαν το χρυσό, Μηλιά Κύπρου εις τα διαμερίσματα χρυσοχού. Μηλιά τοπωνύμιον Κερκύρας. Μηλιά βορειότερον του Μετσόβου, Νήσος Μήλος, Μάλαγκα της Ισπανίας αφθονούσης εις χρυσόν. Εξ όλων τούτων διαφαίνεται καθαρά ότι δεν πρόκειται περί καρπού μηλιάς αλλά περί καθαρού χρυσού.Σμόλικας όρος της Ηπείρου(Βλέπε Βήλος-Μήλος) Ως επίσης Ο Πλάτων εις τον Τίμαιο και Κριτία περί της καταβυθισθείσης Ατλαντίδος, τον Γάδειρον λέγει Εύμηλον, αυτό τούτο καλλίχρυσον και πολύχρυσον. Εύμηλος και είς των μνηστήρων της Πηνελόπης βασιλίσσης των Παξών-Ιθάκης, της εκπροσωπούσης τον χρυσόν αυτής, δια τούτο υπό του Ομήρου λέγεται “Πολύδωρος”. Πολυμήλη ελέγετο η θυγάτηρ του Φύλαντος γεννήσασα εκ του χρυσορράπιδος Ερμού τον Εύδωρον.Τα μήλα ήσαν ιερά εις τον Απόλλωνα, καθώς και η Δάφνη δια τούτο τα βραβεία των νικητών εις τους Πυθικούς αγώνες ήσαν Μήλα και Δάφνη αμφότερα μυστικά ονόματα του χρυσού. (Αθηναγόρας).
Μηλιάδες =νύμφαι(Ησύχιος)
Μηλινόης=όνομα ύμνου του Ορφέως, υπονοώντας τον χρυσό
Μηλιόρα=Το νηό κατσίκι ή αρνί.
Μηλοβοτήρες=ποιμένες. Μηλονομείς οι τα μήλα νέμοντες Μηλοσόη οδός, δι ής πρόβατα ελαύνεται(Ρόδιοι)Ησύχιος Μηλόται ποιμένες
Μήλον-Μάλικας=Ονομαζόταν ο Ηρακλής και όρος Σμόλικας στην Ηπειρο, Μηλώσιος Ζευς.
Μήλον =Αρχ.πρόβατον. Μήλον ως φρούτο κατά την μυθολογία έχει σχέση προς την χρυσήν Αφροδίτην.(Βλέπε Ορμίσκος) νήσος των Κυκλάδων Μήλος = Εκφέρεται ως Βήλος το οποίον μυστικώς σημαίνει χρυσός.
Μήλος ή Μίλητος ή Μελιτηνή= και πάσαι αι έχουσαι ομοιόμορφοι τοπωνυμίαι εκ της Κερκύρας Μελίτης έχουσι την αρχήν.
Μήλουσα=νήσος κατά Ίβηρας, Μηλουσαίος (Στεφ. Βυζάντιος)
Μήνα ή μνα-μήναν=Μήπως; Μνα ξέρω, μνα μου είπες;
Μήτικα=πόλις περιοχή Αρτας Μήτις=φρόνησις σύνεσις κλπ.(Ομηρος) και η θεά Μήτις, Μητίχου τέμενος (Ησύχιος) Μήτικα και στον Αστακό.
Μήνη=Σελήνη.
Μηνωΐδες Νῆσοι = Αἱ Νῆσοι τῶν Παξῶν· καὶ οἱ Μινύαι ἐπίσης εἶναι ἑτέρα μορφὴ τῶν Μινώων.
Μῆτις= Εξ ἧς ὁ Ζεὺς ἐγέννησε τὴν Ἀθηνᾶν, ἐξελθοῦσαν ἐκ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ διὰ τῆς σφύρας τοῦ Ἡφαίστου ἤ Προμηθέως· μῆτις κατὰ τὸν Ἡσύχιον, ἡ τέχνη, ὁ δόλος· εἶναι δὲ πλέον γνωστὸν τὶ σημαίνει δόλος· διὰ τοῦτο ὁ Ἥφαιστος κλυτόμητις ἐκαλεῖτο· μάντις καὶ πρόμαντις λέξις οὐχὶ ἄσχετοι πρὸς τὸν Προμηθέα.
Μητροπεθερός= Πεθερός από προγόνι.
Μητρούνα –ούνες=Είδος αγκαθερών πλατυφύλλων χόρτων φαγωσίμων από τα βοοειδή.
Μιάνε κερκ.=μία, και η κατάληξη νε είναι χαρακτηριστικό της προσωδίας.
Μίαρι, Μιερή=Ηπείρου τοπ.
Μιγγρελία=η αρχαία Κολχίς χώρα μεταξύ του Εύξεινου Πόντου και του Καυκάσου (Πρωΐας)
Μιζαβίρης ή μουαζαβίρης=Ο ραδιούργος, ψεύτης, κακής πίστεως.
Μίθρας=Υπὸ τῶν Περσῶν, ὁ Ἀπόλλων.
Μικρό=στην Β. ¨Ηπειρο και στην Κέρκυρα το λένε μιτσό, μιτσή “είναι μιτσό”
Μικρούλα, μιτσούλα, μιτσούλικο. Μιτσούρης=μικρούλης
Μικρομάννα= Η μητέρα με μικρά παιδιά που θηλάζει
Μίλητος=(Μίλατος δωρ.)Η Νῆσος τῆς Καλυψοῦς, ελέγετο και Λελεγίς και Πιτυούσα ήτις είναι η νήσος των Παξών ελέγετο και Μίλητος. Λελεγία ελέγετο και η Σπάρτη.
Μίλητος= πόλις Καρίας και εν Κρήτη (Όμηρος)
Μιλίτης (Ησύχιος)
Μιλλός=βραδύς, χαύνος. Ο λαμπρός
Μίμας=όρος Αιτωλίας. όρος της Ιωνίας Μίμας ακρωτήριον μικράς Ασίας (Όμηρος)
Μιμώ=λέξις αρχαία Μαϊμού, μίμησις κλπ
Μιναρ=χορδή(Ησύχιος)
Μίνια=Μία(Πελοπόννησο)
Μιν= Ρίζα λέξεων που σημαίνει βράχον, σκόπελον, λίθον.
Μινύαι =Οι ξανθοί.
Μινύαι= Οἱ Χρυσοθῆραι Ἀργοναῦται, πατὴρ δὲ τῆς Μινύου ὁ Χρύσης Ποδειδῶν· δῶρον ὁ χρυσὸς, ὁ διδόμενος τιμῆς ἕνεκα καὶ ἀγάπης. Ἐν γένει ἡ λέξις ὄρὤρ, σημαίνει φῶς, λάμψιν, αἴγλην, τὶ τὸ ἐρυθρωπὸν καὶ ξανθωπὸν καὶ χρυσοειδὲς καὶ ἀργυροειδὲς.(Αθηναγόρας)
Μινύαι =Οι Ορχομένιοι και Μάγνητες (Ησύχιος)
Μινυήϊος=ποταμός Πύλου, Μινυήιος πόλις στην Ήλιδα (Όμηρος)
Μινυείω=ανήκοντι εις Μινύας, επίθετον του “Ορχομενόν” εκ του αρχαίου έθνους των Μινυών (Όμηρος)
Μινύον=Κατά τον Ησύχιον, βλιτίον λάχανον ή κιννάβαρι.
Μινώα= Είδος αμπέλου. Τοπωνυμίαι φέρουσαι αυτό το όνομα:Κρήτη, Αμοργού, Σίφνου, Μεγάρων, Κερκύρας, Πάρου, ήτις ελέγετο και Πακεία δηλ. Νήσος των άντρων. Μηνώα και εις Παξούς
Μινώαι= Αι πέτραι
Μινώαι=Πελασγικά φύλα των Μινυών, Ερυθραίων, Αιθιόπων, Ελλήνων.
Μίνως=Προσωποποίηση των βράχων, ερυθρών καὶ Μινώταυρος τόπος ὑπόγειος, δαιδαλώδης· ἡ λέξις ταῦρος κυρίως σημαίνει βράχον, διὰ τοῦτο καὶ ὁ Διόνυσος χθόνιος θεός, φέρει τὸ ἐπίθετον Ταῦρος, Ταυρόμορφος, Ταυροπόλος.(Αθηναγόρας)
Μινώταυρος =Πασιφάης υιός(Ησύχιος)
Μισατίς=Μίσης των περί την μητέρα τις, ην και ομνήουσι. Μισήτην την καταφερή λέγουσιν, Μισήται δε γυναίκες ολίσβοισι χρήσονται τον δε απλώς μισητόν, τον ανίκανον ή άπληστον τη τροφή (Ησύχιος)
Μισιακός=Εξ ημισείας, συνεταιριστικώς.
Μισόκαιρος= Ο ώριμος την ηλικία σαράντα-πενήντα ετών.
Μισότριβος=Ο ελαφρός μεταχειρισμένος αλατζάς.
Μιτσή=μικρή, κάθε τι μικρό, μιτσό τοσοδούλι,το πολύ μικρό, “είναι μιτσό το παιδάκι”.(Κέρκυρα-Ήπειρος).
Μιχαλίτσι=Ηπείρου τοπ.
Μνα= μονάδα βάρους και χρηματικό ποσό (60 μναι =1 τάλαντον.
Μνημόνεμα=Το μνημόσυνο, το μνημόνεμα του νεκρού στον τάφο ή εκκλησία.
Μνήσος (Ομηρος) =Παίων, Παίονες φυλή τις εν Μακεδονία και Θράκη παρά τον Στρυμόνα και Αξιόν παρά την Αμυδώνα, σύμμαχοι των Τρώων, απόγονοι των Τεύκρων και Μυσών
Μόγις (Ομηρος) =μόλις, μετά κόπου
Μογλενίτσας=ποταμός Πέλλα (υπάρχουν πολλοί ποταμοί που αρχίζουν με ρίζα Μο) Μόδονος ποταμός της νήσου Ιέρνης του Δουβλίνου, Μάνης ποταμός της Λοκρίδος, Μααρσάρης ποταμός της Βαβυλωνίας χώρας ρέων παραλλήλως με τον Ευφράτη ποταμό εισβάλλει εις αυτόν, Μισσισσιπής ποταμός της Αμερικής, Μαίανδρος ποταμός της Μικράς Ασίας(βλέπε ΜΑ-ΜΑΣ-ΜΑΡ-ΜΕΣ-ΜΕΡ) όλα αναφέρονται στα ύδατα Μο-γλάνις=ποταμός της Ετρουρίας εν Ιταλία και ποταμός στην Καμπανία χώρα της Κάτω Ιταλίας.Μόγλης “μαϊμούς” όνομα που τραγουδήθηκε από προσκόπους-οδηγούς 1946.
Μο(χ)αμπέτι=Παρατεταμένη συζήτηση, κουβεντολόϊ, διασκέδασις ήρεμη. Μοαμπετίζω.
Μόδα=Στρώματα.
Μόδονος= Ποταμός της νήσου Ιέρνης ρέων ανατολικώς της πόλεως Δουβλίνης τανύν Λίσσι.
Μοιραγέννης = Μεμυημένος εἰς τὰ Ἐλευσίνια μυστήρια, γνώστης δ᾿ ἅμα τῆς Ἰουδαϊκῆς θρησκείας, δι᾿ ὅσων λέγει μαρτυρεῖ ὅτι τὰ ἐν ἐλευσινίοις μυστηρίοις τελοῦμενα δὲν ἦσαν διάφορα τῶν Ἰουδαϊκῶν ἀπορρήτων. Ἆρα ἐν τοῖς Μυστυρίοις ἐδιδάσκετο ἡ ἀληθὴς θρησκεία, οἵα τὸ πρῶτον ἀπεκαλύφθη ἐν Δωδώνῃ τοῖς ἐκλεκτοῖς, ἡ θρησκεία τοῦ ὑψίστου θεοῦ, ὅστις κατ᾿ αὐτὸν δὲν ἦτο διάφορος τοῦ Γιάχβε. τοῦτο ἐπιβεβαιοῦται καὶ ἐξ ὅσον ἐν συνεχείᾳ ἀκωλύτως λέγει περὶ τοῦ Βάκχου, τὰς ἑορτὰς τοῦ ὁποίου συνταυτίζει πρὸς τὰς τῶν Ἑβραίων.
Μοιραδιάρης=Κείνος που γίνεται μέτοχος σε άλλου περιουσίακαι παίρνει μοιράδι=μερίδιο.
Μοιργιολόι= Θρήνος,οδυρμός, κλάμα. Μοιρολόϊ=Μουσική λαϊκή σύνθεσι.
Μοιριόμαι=Θρηνώ (Κερκ.) Μοιργιόρμο=Δύστυχο (Ήπειρο)
Μοίρις=λίμνη της Αιγύπτου στο Φαγιούμ η σημερινή Μπιρκετ Καρούν
Μοισία-Μυσία-Μοεσία=Μεγάλη επαρχία της Ευρώπης κειμένης πέραν της Θράκης, συνορεύουσα αρκτικώς με τον Δούναβιν και μεσημβρινώς με το όρος Αίμον εκτεινομένη από των εκβολών του Σαύου ποταμού έως του Ευξείνου Πόντου, εχωρίζετο δε αύτη η χώρα υπό του Κιάβρου ποταμού τανύν Ζιβρίτσ εις δύω μέρη εις άνω Μοισίαν περιλαμβάνουσα όλον το προς δυσμάς μέρος αυτής και εως κάτω Μοισίαν περιλαμβάνουσα το προς ανατολάς και κατωκείτο αρχαιόθεν από Σκύθας και Γιέτας. Εθεωρούντο υπό των αρχαίων οι Μοισοί ως οι Κάρες και Φρύγες με περιφρόνησιν όθεν Μυσών ο έσχατος. Περιλαμβάνει η Μοισία άπασαν την Βουλγαρίαν και Σερβίαν (Νικ. Λορέντης)
Μοισοί - Μυσοί=Κάτοικοι της εν Ευρώπη επαρχίας Μοισίας, τώρα Βουλγαρίας και Σερβίας.
Μόϊσχε- Μοσχόιπολις=Ηπείρου τοπ.
Μολ-άοι οι=κωμόπολις, νομός Λακωνίας, η ρίζα ΜΟΛ-περιλαμβάνει πολλές έννοιες
Μολ-δαυΐα=όνομα αυτονόμου σοβιετικής δημοκρατίας εν Ουκρανία. Α.Ρουμανία
Μολεύομαι=Μολύνομαι.Μόλεμα-μόλυνσις.
Μολ-ίβι η=το μολίβι (Όμηρος)
Μολογάω-ιούμαι =Αφηγούμαι, διηγούμαι, διακηρύττω, ομολογώ. “Έδωκα μόλογο”=γραπτή απόδειξη. “Γίν’κες μόλογο στον κόσμο”=έγινες θέμα συζητήσεως.
Μολαίνω=Μολύνω, μόλυνσις.Γευστική ουσία.
Μόλος=Υιός του Δεκαλίωνος, αλλά και Μόλοςροεξοχή ξηράς εντός θαλάσσης στο λιμάνι Πατρών, Κέρκυρα και αλλού.
Μολοσσία-Μολοττία αττκ. =Μία των τριών χωρών οι οποίες εμπεριελαμβάνοντο εις την επαρχίαν της Ηπείρου, κειμένη προς ανατολάς αυτής και συνιστώσα εξ αρχαιοτάτων χρόνων ένα ίδιον και αυτόνομον βασίλειον υπό την αρχήν των Πυρρίδων απογόνων του Πύρρου υιού του Αχιλλέως, ο οποίος μετά την άλωσιν της Τροίας ελθών με μίαν αποικίαν Μυρμιδόνων εκ Θεσσαλίας εσύστησεν εκεί το βασίλειόν του. Τούτου οι απόγονοι που εκαλούντο και Αιακίδαι εβασίλευσαν διαδοχικώς ολοκλήρους χρόνους αποκαταστήσαντες τους Μολοσσούς το ισχυρότερον και υπέροχον έθνος στην Ήπείρο, είς τούτων υπήρχεν και ο Μέγας Πύρρος ο πολεμήσας μετά ταύτα κατά των Ρωμαίων. (Νικ. Λορέντης)
Μολοσσοί-Μολοττοί=Οι κάτοικοι της Μολοσσίας χώρας στην Ήπειρο.
Μολοσσοὶ =Οἱ Σελλοὶ-Τόμουροι ἐλέγοντο καὶ, τουτέστιν βασιλεῖς- βασιλικοὶ. Μολοσσὸς ἦν υἱὸς τοῦ Ἀχιλλέως Νεοπτολέμου ἤ Πύρρου.
Μολοσσός=Υιός της χήρας τῆς Ἀνδρομάχης και τοῦ Ἕκτορος, μετά την καταστροφή της Τροίας έγινε γενάρχης της ομώνυμης δυναστείας ἐν Δωδώνῃ καὶ τῇ ἄλλῃ Ἠπείρῳ.
Μολπή (Όμηρος) =παιδιά περί χορού ή περί μουσικής και χορού
Μολυβαδιά=Τοπωνύμιο Ιωαννίνων
Μολυβδίνη=πόλις Μαστηινών, Εκαταίος Ευρώπη
Μόλυβδος- Μόλυβος ή Μόλυβη= Μονοσύλλαβοι=Εν τῇ ἀρχεγόνῳ γλώσσῃ, αἱ λέξεις ἦσαν τῇ ἐναλλαγῇ τῶν γραμμάτων τῆς ἀλφαβήτου, τῇ ἐναλλαγῇ δηλονότι τῶν διαφόρων φωνῶν, ἐσχηματίσθη σύν τῷ χρόνῳ πλῆθος λέξεων, ἐχουσῶν ἀρχικῶς ἄμεσον σχέσιν πρὸς τὴν Γῆν, σημαινουσῶν δὲ ἀναλόγους ἐντυπώσεις, κατὰ τὸ μέτρον τῆς ὁσημέραι ἐξελισσομένης ἀνθρωπίνης σκέψεως.
Μολυβδοσκέπαστη=Το άλλοτε Διπαλίτσα. Χωρίον και μοναστήριο εις τα σύνορα Πωγωνίου.
Μολυκρία =πόλις Αιτωλίας, Στράβων δεκάτη Θουκιδίδης δευτέρα Μολύκρειον αυτήν καλεί (Στέφ.Βυζάντιος)
Μολύνδεια= πόλις Λυκίας
Μολυψιά=η νοστιμάδα.
Μιμαβλείν=μιμείσθαι. Υποκρίνεσθαι (βλέπε Προσωδία)
Μόμολα Κερκυραϊκή λ.=Μομμώ-Μομβρώ-Μορμώ-Μαρμάγκα=Το φόβητρον τοις παιδίοις.(μομοκύκια=των τραγωδών τα προσωπεία, Μορμολύκια Ησύχ.)
Μομώ= παιδική έκφραση πληγής, γδάρσημο, γρατσουνιά.
ΜΟΝ=ΟΜΟΝ=Ανήρ =λέξις Γραμμένη με το αρχικό πολυφωνικό σύστημα της Ελληνικής μετά από τη στιγματική γραφή (Καραβά-Γαλάνη-Τσιόγκας)
Μονάτος=Σκέτος αμιγής, ανόθευτος, “μονάτος καφές”=αγνός.
Μοναχίζω= Μουνουχίζω, ευνουχίζω. Μοναχισμένος=ευνουχισμένος.
Μονεμβασία=πόλις Λακωνίας (σύνθετη λέξη μονε-βαίνω)
Μονοβύζα= Μυθική βασίλισσα του Πωγωνίου που είχε μόνο ένα μαστό αλλά τεράστια μυική δύναμη στο στόμα του λαού. Η Μονοβίζα είναι ο αντιπροσωπευτικός τύπος κακκιάς γυναίκας που σκορπάει τον όλεθρο και την καταστροφή. Είναι η παληά Λάμια, που κιαυτή είχε μακρυούς μαστούς. Η Μονοβύζα πήρε τ΄όνομά της από τον ένα μαστό που είχε και σχετίζεται με τις μυθικές Αμαζόνες που κι αυτές είχαν ένα μαστό για να μπορούν να σαϊτεύουν εύκολα με τα τόξα τους. Ο μαστός της Μονοβύζας ήταν μεγάλος και τον έριχνε στην πλάτη της για να ξεκουράζεται. Ακόμη σήμερα οι γεροντότεροι όταν θέλουν να μιλήσουν για ένα παληό κακό που έγινε στη χώρα τους λέγουν από τον καιρο της Μονοβίζας.
Μονολίθι =παραλία Πρέβεζας –Ορθολίθι παραλία Κέρκυρας
Μονόγισα=πόλις Καρίας (Κάρες) Άρτεμις Μονογισηνή “…γίσσα γαρ τη Καρών φωνή λίθος ερμηνεύεται, και νυν τους πλακώδεις και μαλακώδεις λίθους γίσσα λέγουσι” (Στεφ.Βυζάντιος) αρχ. λ. γείσον, αυτό που εξέχει, προεξοχή, γείσωμα κορνίζα
Μονόγνωμος=Ισχυρογνώμων, αμετάπειστος.
Μονόφθαλμοι οι=Οἱ Κύκλωπες ἤδη ἀπὸ τοῦ Ὁμήρου εθεωρούντο, ἀναφέρεται στὸ μονόθυρο τῶν ἄντρων αὐτῶν, ἄλλως τε ὄψις, ὀφθαλμὸς, σχετίζονται πρὸς τὰς ὀπὰς τῶν ἄντρων, δι' ὧν τὸ φῶς εἰσήρχετο εἰς αὐτὰ, ἤ διὰ τῶν ὁποίων οἱ ἐν τῷ σκότει τῶν ἄντρων ἔβλεπον τὸ φῶς. Τὸ ἄντρον τῶν Κυκλώπων δὲν ἦτο καταβατὸ. Τέτοια ἦσαν μόνο τὰ ἄντρα τῶν εὐσεβῶν ἀνθρώπων, εἰς τὰ ὁποῖα καταβαίνοντες εἰσήρχοντο διὰ τῆς νοτία θύρας στὰ Ἠλύσια πεδία, τοὺς μακαρίους τόπους, στοὺς ὁποίους ἀποθνήσκοντες οἱ θεοφιλεῖς, οἱ ἥρωες, οἱ ἡμίθεοι μετέβαινον.
Μονοφωνικό σύστημα γραφής=τον 7ο αιώνα της π.Χ. χιλιετίας στην πόλι Φοινίκη της Θεσσαλίας(Μαγνησίας) εισήχθη κι εδιδάχθη από δύο δασκάλους, το Δεθμό και το Θεκοβίκη. Ήταν οι Φοίνικες (βλέπε λέξη), ναυτικός λαός, ταξιδεύοντας, μετέδιδαν το Αλφάβητο όπου πήγαιναν.
Μον-ρεπώ=ημερινό τοπωνύμιο όπου κατά την προϊστορία λέγεται, ότι οι Κόλχοι περιμέναν στη σημερινή ακτή Κανόνι(βλ.λέξη) για να νομιμοποιηθεί και τελεσθεί ο γάμος της Μήδειας και του Ιάσωνα, όμως δεν γνωρίζουμε σε ποιο από τα τέσσερα υπάρχοντα σπήλαια έγινε ο γάμος στο Μον Ρεπώ(Οδ.-Καρ-Κλήμη)
Μονυχία=λιμήν της Αττικής (Στεφ.Βυζάντιος)
Μόρα=Χωρίον επαρχίας Ξάνθης.
Μοράβα= Παραπόταμος του Δουνάβεως.
Μοραβάτης= Η ναυς η επί των υδάτων φερομένη.
Μορακέα=Χωρίον της υδρηλής Άνδρου.
Μοραλή=Μετονομάσθη Ρυάκι.
Μοράφτη=Χωρίον επαρχίας Κιλικίς
Μόργος=Εις των Ιδαίων Δακτύλων των εχόντων μεγάλην σχέσιν προς τα ύδατα και τα μεταλλεία.
Μόργος = Αγγείον σκύτινον (δερμάτινο) ύδατος.
Μοργιά=ή Μουργιά στον Αλφειό ποταμό.
Μορέα=Η ελαία η ιερά της Αθηνάς, δια το υγρόν αυτής μόρον το συκάμινον το πλήρες χυμού
Μορέας=Ονομάσθηκε η Πελοπόννησος δια το πλήρη υδάτων και πολλών ποταμών.Για τον ίδιο λόγο ελέγετο και Πίειρα και Πολύφορβος και Απία.
Μόρη= Τοπωνυμία εις Παξούς πλησίον της πηγής Μυρσά.
Μόρια= Χωρίον στη Λέσβο περί την Θερμήν αφθονών υδάτων, και ένα των πολλών επιθέτων του Διός Μόριος.
Μορία =Λέγεται η συκαμινέα η μουριά.
Μόρια = Η Λεσβιακή Αιθιοπία.
Μορίαι= Αι ιεραί ελαίαι κατά την Ακαδήμειαν.
Μόρρινα ή Μέρρινα= Εκαλείτο κατ’ αρχάς το Πλωμάριον συγγενές προς το Μορία και Μόλυβος.
Μόριον =Το μέλαν συκάμινον.
Μόριος Ζευς, ο Μεριταίος, και Μάρνης και Νάιος, Μόριος= Η Θεά Αθηνά αρχικώς θαλασσία.
Μόριχος=Ο θεός του οίνου Διόνυσος.
Μορκιού και Μόρνα =Χωρία της Ηπείρου.
Μόρος = Ο μαύρος χάρος.Κατά την μυθολογίαν ο ο υιός της νυκτός.
Μόρος= Λέγεται κοινός και ο μαύρος, ο αιθίοψ.
Μόρος= Είδος θαλασσίου ιχθύος.Ελέγετο και ο μαύρος, ο αυθίοψ.
Μορμύρω=Επί υδάτων και ποταμών κυρίως λεγόμενον.
Μορμώ ή Γοργώ=Η Μέδουσα, η μήτηρ του Πηγάσσου και του Χρυσάορος.
Μόρνης= Ποταμός πηγάζων εκ του Τυμφρηστού.
Μόρνος= Ποταμός ο αρχαίος Ύλαιθος.
Μόρον =Το συκάμινο το πλήρες χυμού.
Μόρος-Πότμος=Ίδιαν έννοιαν αναφερόμενη εις τα ύδατα και τα υγρά
Μορρία ύλη= Τα υγρορρόα μόρια.
Μορρία ύλη= Από την οποία κατασκεύαζον αγγεία
Μορτή= Η καλλιεργούμενη γη, η αρώσιμος η πεποτισμένη
Μορύσσω= Μολύνω δι’ ο και οι άνθρωποι καλούνται Μέροπες
Μόρυχος =Ο Διόνυσος.
Μορφάτι=Χωρίον επαρχίας Παραμυθίας.
Μορφύνω= Καλλωπίζω με την έννοια της λέξεως καλλονή
Μορφώ= Η Χρυσέη Αφροδίτη, η Αφροδίτη η Αλιγενής, η εκ του αφρού της θαλάσσης γεννηθείσα , υπό του Ομήρου Χρυσή λεγομένη, διότι η θάλασσα είναι η κυριοτέρα πηγή του χρυσού. Αυτή την έννοιαν μυστικώς έχει και το ύδωρ.
Μόρφω=Χωρίον Κύπρου στην πεδιάδα της Μεσσαρέας.
Μοσκομάνουσα=Τα ία,τα γιούλια.
Μόσσυνες=έθνος Σκυθικόν (Ησύχιος)
Μοσσύνοικες=έθνος, περί ου Εύδοξος εν πρώτω γης περιόδου(βλ.Χοιράδες νήσοι)
Μόστρα (κερκυρ)= εξωτερική όψη, βιτρίνα,
Μόσυλον=ακρωτήριον και εμπόριον Αιθιοπίας, Μαρκιανώ εν πρώτω περιόδω
Μόσυχλον=όρος Λήμνου (Ησύχιος)
Μοσχικά όρη=Συνέχεια του όρους Καυκάσου στην Ασία εις άκρον εύφορος και δασώδης, εκτεινομένη δια της χώρας των Μόσχων Στρβ.ια (Νικ. Λωρέντης)
Μοσχονήσι=Λέγεται και Πορδοσελήνη (βλέπε λέξη) όλη η συστάς των Εκατοννήσων ή Ασκανίων νήσων, τα Μοσχονήσια. Παράγουσι εξαίρετον οίνον, κοκκινόμαυρον, γλυκύν και μοσχάτον
Μοσχόπολη=Πόλις Β.Ηπείρου κατεχόμενη σήμερα υπό των Αλβανών.
Μοτύη=πόλις Σικελίας.Μοτύλαι φρούριον Σικελίας
Μου=Μυστηριώδης Ήπειρος αναφέρεται στον κώδικα της Δρέσδης με γεωλογικές καταστροφές προγενεστέρων πολιτισμών, που αποκρυπτογράφησε ό Γάλλος εθνολόγος Μπρασέρ ντε Μπουρμπούγκ το 1869.
Μουδανιά=τοπ. Θράκης. Μώδα=άλφιτα σίτου Μόδα=στρώματα (Ησύχιος)
Μουκερίνα=πόλις Αιγύπτου Μούλος- ους= (αρχ. χαλκιδική) οι Λατίνοι απέδωσαν τον νόθο και το μουλάρι.
Μουζακιά=τοπ. Ηπείρου
Μουζάνι=Παραπόταμος του Πηνειού Ίωνος.
Μουζγκώνω=Μαυρίζω ελαφρώς.Μούζγκωσε=σουρούπωσε.Μούζγκωμα=μούχρωμα.
Μουκαβάς=Το σκληρό χαρτόνι που δένουν βιβλία.
Μουκαβέλης=Ο Οκνηρός.
Μουκαέτι=Αιτία, κατηγορία. Μουκαετλής=υπό κατηγορία. “Δεν γίν’κα μουκαντές”=δεν το κατώρθωσα.
Μουκάζεται=Κερκυραϊκή έκφραση “μου μπήκε στο μυαλό”
Μουκατάς=Οικονομικπη περιφέρεια.
Μουκερίνα=πόλις εν Αιγύπτω-Μυκερίνα η Μέμφις. Δίδυμος την Σάϊν ταύτης γαρ λέγει Ηρόδοτος βασιλεύσαι Μυκερίνον.(Ησύχιος)
Μουκιάζω=Μουχλιάζω, το ψωμί είναι μουκιασμένο=μουχλιασμένο.
Μουκίζει-μούκας= Μέμφεται τοις χειλίοις.
Μουκηροβαγόρ=(Λάκωνες)Καρυοκατάκτης Ησύχιος.
Μούλκι=Ιδιοκτησία πλήρης.
Μουλτεζίμης=Ο δεκατιστής, ενοικιαστής του φόρου της δεκάτης
Μούλτου(βλάχικα)=Πολύς.
Μουλώνω=Μαζεύομαι, προσκολλώμαι.Μουλωχτός=ο σιωπηλός, κρυμένος, επικίνδυνος.Μουλοχτόσκυλο=Το κρυφόσκυλο.
Μούμα(βλάχικα)=μητέρα.
Μουμούδι=Ζωϋφιο που ζει στο σπόρο της φακής.
Μούναξ Ομηρ.=κατα μόνας, μούνος= μόνος
Μουντζουρώνω, μουρτζουλώνω=Μαυρίζω, κηλιδώνω, λερώνω.
Μουράγιο=Ψηλό παραθαλάσσιο τείχος.Μουράγια= τοπωνύμιο Κερκύρας και άλλων νήσων.
Μούργα=το κατακάθι του λαδιού
Μουργίσκη =Φρούριον Θράκης.
Μουργκάνα=Θεσπρωτίας τοπωνύμιο.
Μούργκος=Ο μαυριδερός το χρώμα σκύλος.
Μουρδούλης=Βρώμικος, ρ.μουρδουλεύω
Μούρεσι=τοπωνμ. Κερκύρας, Πηλίου κ.α.
Μουρεά=Λίμνη παρά τον Πύργο.
Μούρεσι=τοπωνύμιο Κερκύρας και Μούρεσι τοπωνύμιον Πηλίου Πήλιο
Μούρη= Πρόσωπο.
Μουρίκι=Ηπείρου τοπ.
Μούρσα = πόλις Παιονίας. χωρίον της Β.Ηπείρου πλησίον Αγ. Σαράντα,
Μούρσα=Η ποτίστρα ζώων. Κοίλωμα επί ομαλού γληνώδους εδάφους που συγκρατεί τα νερά της χροχής επ’ αρκετό και ποτίζονται τα ζώα.
Μοῦρτος = Παραλλαγὴ τῆς Παξινῆς Μύρτου. Ἐπίσης ἐν Παξοῖς ἀκρώρεια λεγομένη Μυρτίλα καὶ Μυρτίλας, καὶ ἄλλαι τοποθεσίαι Μύρσινα καὶ Μύρτον, Μυρτιὰ. Μυρίφυτο Κιλκίς
Μούρτος=Τοπ.Θεσπρωτίας πλησίον θαλάσσης.
Μουρχούτα=βαθουλό πιάτο
Μούσα=Η αρχική λέξη Μούσα σημαίνει ότι ο λόγος μελωδείται.δηλαδή περιλαμβάνει και την έννοια της ψυχικής συμμετοχής δια της μελωδίας.Περιλαμβάνοντας έτσι την αρμονική τάξη όλων των στοιχείων της πνευματικής υπόστασης του ανθρώπου.
Μουσαίος=ο πρώτος γνωστός Έλλην αστρονόμος της απωτάτης αρχαιότητος. Υπήρξε σπουδαιότατος μαθητής του Ορφέως (Ι.Πασσάς)
Μούσαις= Μουσεία Λόγου ήσαν οι 9 Μούσαις. Κάθε Μουσείο περιλάμβανε μία έννοια όπως Μουσείο Λόγου, Μουσείο Ιστορίας κλπ.
Μούσαις ταις=Θεαίς ταις, (Ησύχιος).
Μουσαφίρης=Ο φιλοξενούμενος.
Μούσειον=τόπος περί τον Όλυμπον τον εν Μακεδονία (Στεφ.Βυζάντιος)
Μουσιαβέζικος-μεσοβέζικος=Ο άστατος και αμφιβόλου χαρακτήρος.
Μουσιαβέζικα=πλαδαρά λόγια.
Μουσιαβέργια= Συνομιλία, δοσοληψίες.
Μουσική= Αναπόσπαστο κομμάτι του λόγου των προϊστορικών Ελλήνων μέχρι τέλους της αρχαιότητας ήταν η ΠΡΟΣΩΔΙΑ (βλέπε λέξη). Από την καλλιέργια του μουσικού λόγου αρχίζει η εξέλιξη της Ελληνικής Μουσικής, μετά σιγά-σιγά επιβάλλεται στη γλώσσα το τονικό σύστημα από τους Αλεξανδρινούς διανοούμενους. Τότε σταμάτησε η Προσωδία, διότι ο λόγος εξελίχθηκε χωρίς την προσωδία. ‘Ομως συγχρόνως σταματάει και η εξέλιξη της υψηλής μουσικής. Έκτοτε η Ελλάδα θα μιμηθεί τη μουσική της Δύσης χωρίς επιτυχία. Αντίθετα θα ανθίσει το δημοτικό τραγούδι και θ’ αναπτυχθεί η βυζαντινή μουσική τέχνη χωρίς τη βοήθεια οργάνων. Κάτι που δεν πέτυχε κανένα άλλο μουσικό σύστημα στον κόσμο δηλ.τα παιδιά σήμερα διδάσκονται τη Βυζαντινή μουσική χωρίς τη βοήθεια οργάνων. βλέπε:.Αλφάβητο.Καστοριά. Επιγραφίς.Προσωδία.Γλώσσα, Γραφή
Μουσική Ελληνική= η Προσωδία (ο τραγουδιστός λόγος), ήταν αυτή που ανέπτυξε μαζί με το λόγο και τον ήχο την πρώτη ελληνική μουσική. Πεντάφθογγο πολυφωνικό τραγούδι, Ακολουθούν οι Ύμνοι του Ορφέως, τα Ομηρικά έπη, οι Τραγωδίες, Λυρικοί ποιητές, κλπ. εμείς δυστυχώς σαν Έλληνες αλλά ούτε οι ευρωπαίοι, μπόρεσαν να δημιουργήσουν ένα υψηλότερο καλλιτεχνικό δημιούργημα όπως εξακολουθεί να παραμένει η τραγωδία. Με την πάροδο των ετών, αλλάζοντας οι κοινωνίες των ανθρώπων, ήταν πιο εύκολο γι αυτούς που μελετούσαν την ελληνική μουσική, να βασιστούν στην εξέλιξη των οργάνων με τους σολίστες. Όμως, η μουσική χωρίς να ικανοποιεί μαζί με την ψυχή και το πνεύμα, δεν μπορούν να διαπαιδαγωγήσουν και να επηρεάσουν την κοινωνία παρά μόνο να την ψυχαγωγήσουν. Το χειρότερο είναι, ότι εμείς σαν Έλληνες δεν την μελετήσαμε συστηματικά την αρχαία μας μουσική, πήραμε μόνο ότι μας είπαν ο ξένοι ειδικοί. Γι αυτό με χίλιες-δυο προφάσεις και δικαιολογίες (που μεταφράζονται σε πτώση του ελληνικού φρονήματος, περιτυλιγμένη με πολλή τεμπελιά ακόμη κι από αυτούς που κόπτονται για τον Ελληνισμό), δεν ασχοληθήκαμε σοβαρά με το υψηλότερο και σημαντικότερο έργο τέχνης –πνεύματος και φιλοσοφίας την ΤΡΑΓΩΔΙΑ… ως προς το μελωδικό μέρος, συμπεριλαμβανομένους εκτός των Ελλήνων μουσικών, θα προσθέσω και τους ιστορικούς και τους γλωσσολόγους και όλους τους Έλληνες λογίους (Κάποτε δια του τύπου είχα καλέσει με συγκέντρωση όλους όσους μπορούσαν να έχουν γνώμη γύρω από το θέμα της Τραγωδίας: Ηθοποιούς, μουσικούς, αρχαιολόγους, λογίους, χορευτάς, γυμναστάς, γλωσσολόγους, ιστορικούς, ο καθένας μας με την ειδικότητά του να προσφέρει τη γνώση του, για να έχουμε μία πλησιέστερη παρουσίαση, για να κατανοήσουμε, να εκπαιδευτούμε, να διδαχτούμε όλοι μας και να διδάξουμε αυτό το ανώτερο πνευματικό και καλλιτεχνικό δημιούρημα του κόσμου όπως είναι η Τραγωδία. Η μοναδική απάντηση μου δόθηκε προφορικά από έναν ηθοποιό που δίδασκε σε γνωστή θεατρική σχολή, ευτυχώς δεν θυμάμαι το όνομά του: αυτό είναι ιεροσυλία ν’ αγγίξουμε τις δημιουργίες των προγόνων μας… και με πολύ θυμό είπε κι άλλα λίγα! Τουλάχιστον αυτός έδωσε μία απάντηση, οι άλλοι απήντησαν δια της σιωπής. Κι όμως πιστεύω, θα μπορούσαμε να περιμαζέψουμε τα κακώς κείμενα, να προστατεύσουμε αυτόν τον πνευματικό μας θησαυρό και να προστατευθούμε κι εμείς οι ίδιοι σήμερα σαν έθνος. Αυτό θα γινότανε μόνο με τη συγκέντρωση όλων των ειδικοτήτων σ’έναν τέτοιο όμιλο (εθελοντικό) με την προσπάθεια να φέρουμε πιο κοντά στους Έλληνες τα έργα αυτά και να διδαχθούμε και να διδάξουμε τις γενιές που έρχονται. Μέχρι πότε θα χορεύονται οι δημοτικοί χοροί με τα δημοτικά τραγούδια; Δεν πρέπει να βρούμε καινούργιους μουσικούς δρόμους που θα μας εξυψώσουν και να συνεχίσουμε από κεί που σταμάτησαν οι προπάτορές μας την Τραγωδία; Όλα τα έθνη έχουν τη δική τους κλασσική μουσική με το δικό τους στίγμα, εμείς δεν έχουμε, εμείς αντιγράψαμε τη μουσική των ευρωπαίων με ελάχιστες επιτυχίες(Μ.Σ.)
Μουσικά όργανα=πρώτη κατηγορία είναι τα πνευστά, ήταν εύκολο για τους πρώτους ανθρώπους και πριν ακόμα αρθρώσουν συλλαβές, να σπάσουν ένα καλάμι να το φυσήξουν και να βγάλουν τους πρώτους ήχους. Αυτό γίνεται και σήμερα με τα παιδιά του χωριού. Έτσι από αυτό το μικρό καλάμι δημιουργήθηκε ο πρώτος Αυλός κι έπειτα ο Δίαυλος, δύο αυλοί μαζί ήτανε η απαρχή της πολυφωνίας και η εξέλιξε όλων των άλλων πνευστών οργάνων. Ο αυλός εξελίχθηκε σε κλαρίνο το εθνικό όργανο των Ελλήνων και σε δυτικό της έντεχνης μουσικής. Μαζί με την εξέλιξη του λόγου ακολουθούσε κι ο μουσικός ήχος. Το ίδιο συνέβηκε και στα έγχορδα όργανα. Όταν τέντωσαν μία χορδή και την στερέωσαν σε δύο άκρες βγήκε ένας ήχος, μετά βάλαν άλλη πιο χονδρή χορδή, βγήκε διαφορετικός ήχος, κάπως έτσι δημιουργήθηκε η πρώτη τρίχορδη λύρα και ακολούθησαν τα άλλα έγχορδα όργανα προϊστορικής μουσικής, αρχαίας, δημοτικής, βυζαντινής και όλα τα σύγχρονα μουσικά όργανα κιθάρα, βιολί κλπ. Είναι ευνόητο ότι όσο εξελίσσετο η γλώσσα παράλληλα ακολουθούσε και η μουσική και όλα όσα ύψωσαν τον πνευματικό πολιτισμό των Ελλήνων. Το ίδιο και τα κρουστά όργανα που βαστούσαν το ρυθμό με τα διάφορα τύμπανα. Αργότερα ο Κτησίβιος βρήκε την ύδραυλη είδος ηχηρού οργάνου, λειτουργούσε με υδραυλική πίεση του αέρα, που περνούσε μέσα από ένα δοχείο με νερό κι ο ήχος έβγαινε από μία σειρά σωλήνων με διαφορετικό ύψος, είχε πλήκτρα που μπορούσαν εύκολα να πιεσθούν με τα δάκτυλα και να γυρίσουν πάλι στην αρχική τους θέση. Θεωρείται ο πρόδρομος του πιάνου. Το να γράφουν τα παλιά λεξικά το τάδε όργανο έρχεται από τα βάθη της Ασίας, το άλλο Τούρκικο, τό άλλο Ιταλικό είναι απαράδεκτο με τις σημερινές ανακαλύψεις που έχουμε και προσβάλει τη νοημοσύνη μας. Τελευταία στην Καστοριά βρέθηκε μικρός αυλός με τρύπες, που χρονολογήθηκε 5800 πΧ. Η μουσική αναπτύχθηκε μαζί με το λόγο στον άνθρωπο. Όπως αναπτύχθηκε η γλώσσα με το ΑΒΓΔ κλπ. αναπτύχθηκε μαζί και ο ήχος, εκείνη την εποχή το ΑΒΓΔ ήταν οι νότες, ήταν οι φθόγγοι. Σήμερα στην ευρώπη διδάσκονται τις νότες με τα γράμματα (ΑΒCD). Εμείς όπως πάντα «πρωτοπόροι», μετονομάσαμε με αρκετή υπερηφάνια τις νότες σε ΝΤΟ_ΡΕ_ΜΙ _ΦA κλπ. που αντιστοιχούν με ΛΑ ΣΙ ΝΤΟ ΡΕ (Μ.Σ.)
Μουσικός=Ψάλτης, τεχνίτης (περιλάμβαναν με τη λέξη Μούσα τέχνη και σοφούς και μουσικούς και τους έλεγαν τεχνίτες. Μουσικτάς το ίδιο.
Μούσκιο=τοποθέτηση στο νερό για να μουσκέψει, να μουλιάσει (μουσκεύω)
Μουσκλώνω=Δυσθυμώ, κατεβάζω τα μούτρα. Μουσκλωμένος=Δύσθυμος, έτοιμος να κλάψει
Μουσοπώλος=ποιητής (Ησύχιος)
Μουστερής-στέρισα-ίδισσα=Ο πελάτης, αγοραστής.
Μουστερίτσα, μικρή σαύρα
Μουστόσερμα=Το κρασί που τραβήχτηκε από το βαρέλι όταν ήταν ακόμα τα τσιπουρά του.
Μουστιέρια=εποχή γεωλογικά η τέταρτη εκ των επτά εποχών εις τας οποίας υποδιαιρείται η παλαιολιθική εποχή, αλλ.μουστιαία.(Πρωΐας Λ.)
Μουστράφι=Απατεών, κακοποιό στοιχείο.
Μουσώνες= Τα ελληνικά λεξικά γράφουν Γαλλική λέξη! Παρωδικός άνεμος
Μούσωνες= Οι Τεχνίται και οι κορυφαίοι των μαγείρων γράφει ο Ησύχιος.
Μουτεσελίμης=Έπαρχος, διοικητής μικρού τμήματος.
Μουτεύω=Μαδώ, τίλλω τα πτερά πτηνού ή τις τρίχες.Μουτεμένος Χλευσ.ο σπανός.
Μουτσάδες=τοπ. Ηπείρου
Μούτσιος=Το σημάδι, διακριτικό σημείο.
Μουτσιάλα=Τοπωνύμιο Πωγωνίου, που σημαίνει τόπος υγρός, με νερά.
Μούτσιαλο=Βρεγμένος, μουσκεμένος.
Μουτσάρα, Μουτσίλες=Πηγή.
Μουτσούνα= Βραχώδες τοπωνύμιο Νάξου
Μούχλη=Η ομίχλη με την έννοια, ο υγρός χωρίς βροχή καιρός.
Μουχτάρης=Πρόεδρος κοινότητος, αραβ.=ο εκλεγόμενος.
Μοχός=Αυτοφυές σε παληούς πέτρινους τοίχους χόρτο που χρησιμοποιείται στην ανάγκη και για κάπνισμα.
Μοχόσικα=Ξυνά.Κουβέντες μοχόσικες=μάλλον αστείες.
Μόψου=πόλις Κιλικίας επί τω Πυράμω ποταμώ
Μόψιον=πόλις της Πελασγιώτιδος, χώρας Θεσσαλίας Μοψοπία η Αττική Καλλίμαχος (Στεφ.Βυζάντιος)

Μπ=διασώζονται πολλές λέξεις, ενώ άλλες μετετράπησαν σε Β.
Αυτό συνέβηκε όταν η Ελληνική γλώσσα είχε αρχίσει να εκλεπτύνεται και συνέχιζε την ανοδική της πορεία μαζί με την προσωδία. Οι άλλοι λαοί αντέγραψαν την ελληνική, παίρνοντας τα στοιχεία εκείνα που τους ταίριαζαν στην πνευματική τους ανάπτυξη και το κλιματιστικό τους περιβάλλον, δημιουργώντας κάθε λαός τη δική του γλώσσα. Όμως, η μήτρα, η πηγή είναι πάντα η ελληνική. Είναι λάθος τα ελληνικά λεξικά να γράφουν ελληνικές λέξεις Μπαμπούσκω=Σλαύικη, Μπράβο =Ιταλική, Μπαζντραβίτσα, Μπανταλός, κλπ. Ο χείμαρρος των ελληνικών συλλαβών πλούτισε και συνεχίζει ακόμη όλη την ανθρωπότητα, άλλος τρόπος να μιλήσει ο άνθρωπος ακόμα δεν βρέθηκε, -προηγήθηκε η Τηλεπάθεια κι Παντομίμα -παρά μόνο με το συνδυασμό συμφώνων και φωνηέντων. Πράγμα που κανένα άλλο ζώο δεν μπόρεσε να μιμηθεί τον άνθρωπο στην ομιλία του πλην του παπαγάλου, αλλά κι αυτός χωρίς σκέψη.

Μπα!=με αυτή τη συλλαβή η Ελληνική γλώσσα εκφράζει προσωδιακές ψυχικές καταστάσεις π.χ. μπα σε καλό σου! ή επαναλαμβανόμενη μπα-μπα-μπα! Τι είναι αυτό; ή μπάαα! Που τέτοια τύχη! Μπάα! Και ποιος σου τόπε αυτό; κλπ.
Μπάϊ=Επιφώνημα Ηπείρου “Μπάϊ Παναΐγιαμ”.
Μπαζιά=Τα χορταρικά σιέσκλα.
Μπαζίνα=Το κουρκούτι, είδος πρόχειρου φαγητού. Γίνεται από αλεύρι που βράζει με νερό και μετά ρίχνουν μέσα ζεματιστό λάδι κ.α.
Μπαζντραβίτσα η=Οι μικροί σκληροί όγκοι θεραπεύσιμοι που παρουσιάζονται στα χέρια. Άλλως βαρδαβίτσες.
Μπάζω= Από το εμβαίνω αρχ.
Μπαίγνιο (Κερκυρ.)=Περίγελως, εμπαίζω
Μπαϊλντίζω=Απαυδίζω, λιποθυμώ.Μπαϊλισα=απόκαμα, κουράστικα κλπ.
Μπάκακας=Ο βάτραχος.
Μπακάμικα=Το βάψιμο των αυγών της Πασκαλιάς με μπακάμι=ξύλο που το μούσκευαν καλά, μετά τόβραζαν κι έκανε χρώμα κόκκινο στο νερό.Το μπακαμισμένο νερό θεωρείται κατά κάποιον τρόπο ιερό- το ρίχνουν σε μέρη που δεν πατιούνται..
Μπακαμπόντης-μπαγαπόντης=Ο πονηρός, πανούργος.
Μπακίρα= Η χάλικινη δεκάρα.
Μπάλα=Το μέτωπο, η κορυφή, Τον λάβωσαν στ’ μπάλα=στο μέτωπο.Μπάλα σπιτιού =η μιά πλευρά του σπιτιού προς το δρόμο, η κυρία πρόσοψις.
Μπαλαμέ=Οι Έλληνες στη γύφτικπη διάλεκτο.
Μπαλί κερκ.=Έμμονη ιδέα. Μπαλί Φύλο ελληνικό. Μπάλος χορός ελληνικός.
Μπάλιος=Ο σταχτερός, παρδαλός το χρώμα από την αρχ. λ. βαλιός=στακτός (ιππόλ.Ευριπίδου)
Μπάλιο το=Αμέσως μετά το γυμνό του μετώπου αρχόμενο τρίχωμα της κεφαλής.
Μπαλντάς=Είδος μαχαίρας κοπής κρέατος.
Μπαλντούμι= Η λωρίδα που στερςώνει και ενώνει το σαμάρι με την κοιλιά του ζώου.
Μπάλτσα= Ηπείρου τοπ.
Μπάλσαμο=Το βάλσαμο, ιαματικό.
Μπαμπαλής=Ως παρεπώνυμον σημαίνει τον φλύαρο ματαιολόγο, φαφλατά.
Μπάμπας=Ο παππούς, ο γέρων. Μπάμπω η, Μπαμπούσκω η.Το μπάμπας στην τοπική διάλεκτο επέχει τη θέσι και του μπάρμπα, όπως συνηθίζεται αλλού.Μπαμπόερος και μπαμπόγρηα.
Μπαμπούσκω=Υποκοριστικό της μπάμπως=γρηάς.Η λ.μπάμπω, βαύω, θυμίζει την αρχαία Βαυώ, όπως μετονόμασαν οι Ορφικοί την Ιάμβη, κόρη του Πάνα και της νύμφης Ηχώς. Την Βαυώ παρουσιάζουν ως συνετή δούλα, που με τα αστεία της έκαμε την θεά Δήμητρα και γέλασε πάνω στον αγιάτρεφτο πόνο της για το χαμό της κόρης της, Από τους στίχους δε που τραγουδούσε κατάγεται η ιαμβική ποίησις (βλ.Μεγάλη Ελ.Μυθολογία, Ζαν Ρισπέν, Μετ.Κοσμά Πολίτη)
Μπανταλός=Ο ελαφρόνους, ο μη σοβαρός στις εκφράσεις του, στα λόγια του. Βαδαλό και βατταλός παρεπωνύμως αποκαλούσαν οι Αθηναίοι τον συμπατριώτη τους μέγα ρήτορα της αρχαιότητος τον Δημοσθένη διότι δεν μπορούσε κατά την νεότητά του να προφέρει το στοιχείο Ρ.
Μπαντάλικο=Το άσημο, άβολο, κακό, επί ζώων και πραγμάτων.
Μπανταλός=Ο ελαφρόνους, ο μη σοβαρός στις εκφράσεις του, στα λόγια του. Βαδαλό και βατταλός παρεπωνύμως αποκαλούσαν οι Αθηναίοι τον συμπατριώτη τους μέγα ρήτορα της αρχαιότητος τον Δημοσθένη διότι δεν μπορούσε κατά την νεότητά του να προφέρει το στοιχείο Ρ.
Μπαντανία-μπατανία=Μάλλινη κουβέρτα
Μπανταξής=Μεγάλος ψεύτης, γυναικάς.
Μπαντούσια=Αρτίδια διαφόρων σχημάτων και μεγεθών που ανταλάσσονται με κόκκινα αυγά τις ημέρες του Πάσχα.
Μπαξές=Ο κήπος κυρίως καλλωπιστικός.(σε όλη την Ελλάδα)
Μπαξιβάνος=Κηπουρός κατ’ επάγγελμα.
Μπαξίσι=Το φιλοδώρημα.
*Μπαρά=εποίησεν-έκτισε, δημιούργησε λέξη πρωτοελληνική μπαράκα=κτίριον, σήμερα λέμε παρά(ν)γκα-μπαράγκα. Αλλά μπαρκάρω από το βάρκα, βαπόρι, παπόρι δεν μπαρκάρω στο οδόστρωμα, αλλά στη θάλασσα, καβάρις =κτίριο οικία, πύργος, ανάκτορο και αλβανιστί Μπρα βαρ (βλέπε Βάρκα)
Μπαραμπαρίζω=Επιτιμώ, επιπλήττω.
Μπαργιάκι -Μπαριάκι=Η σημαία, το φλάμπουρο.
Μπαρμπαρόπιτα, μπαρμπαράλευρο= αραβόσιτος, καλαμπόκι (΄Β.Ηπειρος, Πωγώνι-Κέρκυρα και άλλα μέρη)
Μπαρμπουλώνω=Σκεπάζω, καλύπτω το πρόσωπο με το μπαρμπούλι=καλύπτρα, μαντήλι ειδικό μεταξωτό, λεπτός πέπλος με τον οποίον μπαρμπουλώνεται η νύφη γτην ημέρα των γάμων της, παραμένει μπαρμπουλωμένη μέχρι της ώρας που μετά τη στέψι θα έλθει στο σπιτικό του γαμβρού όπου γίνεται η αποκάλυψις του προσώπου της, πράγμα συμβολικώς σημαίνει ότι του λοιπού είναι έγγαμος.
Μπαρμπούτες=Ο αφρός που δημιουργείται όταν παρασκευάζεται γλυκό μπελντές από φρούτα.
Μπαρούτσα=Είδος φλοκωτής κάπας μάλλινης.
Μπαρτζαφλώρα=Η ασπρόμαυρη γίδα.
Μπας και…=μήπως και
Μπασαμάκι=Μεγάλη χοντρή πλάκα που σαν επιστέγασμα βάζουν στα χτίσματα και πλακοστρώνουν αυλές.
Μπάσι=Μακρύ κάθισμα για 5 και πλέον άτομα χρησιμοποιούμενο παλαιότερα αντί καρεκλών. Τούτο σε εορτάσιμες μέρες σκεπάζεται επί το ευπρεπέστερον προς υποδοχή επισκεπτών με καινούριες βελέντζες.
Μπασίδι=Η είσοδος του σπιτιού.
Μπάσιο=Προτάσσεται κυρίων ονομάτων (Πωγώνι) και δηλοί τον σεβαστό γέροντα.Μπασιο-Δημήτρη.Εξ αυτού πολλά επώνυμα:Μπασαγιάννης, Μπασινίκος,Μπασιώκας κ.ά.
Μπασιούρης=Το ξανθότριχο με ασπράδια στο μέτωπο βόδι.
Μπάσου(βλάχικα)=Φιλώ.
Μπαστάτικα=Κερκύρας περιοχή.
Μπάστινα ή μπάσινα=Αγροκτήματα οικογενείας που έχουν βώδι για αροτρίωσι, επαρκή για τη διατροφή.
Μπαστί=Το έκθετο, νόθο, μπάσταρδος.
Μπάστια =Παλαιό όνομα Σαγιάδος Θεσπρωτίας Μπαστούνι-Μπαουλίνα=Ραβδί χοντρό.
Μπαστούνι-Μπαουλίνα=Ραβδί χοντρό.
Μπατζαυλός=Κείνος που έχει τη μύτη πλακωτή.
Μπατζαργιό=Το τυροκομείο και ο τυροκόμος μπάτζιος.
Μπάτσα= Ο φούσκος το ράπισμα.
Μπατσαριά=Πίττα από αραβοσιτάλευρο και λάχανα.
Μπάφρα=τοπωνύμιο Ηπείρου
Μπεγιαντώ=Καταδέχομαι.
Μπέης- Βέης=Τίτλος για ανώτερους Τούρκους αξιωματούχους.
Μπεζεβένκης=Πανούργος, κατεργάρης.
Μπενιότα=Είδος μεγάλης χάλκινης χύτρας.
Μπενίσι=Μάλλινος γυναικείος επενδύτης.
Μπεντεούνι=Ύβρις ταυτόσημος προς το σουργούνι.
Μπέντια=Βέντζια, Μπεντίστα Ηπείρου, Μπενίτσα-αις Κερκύρας.
Μπεράτι=Πόλις Β.Ηπείρου και ο κάτοικος Μπερατινός.Χορός μπερατινός στο Πωγώνι.
Μπερεκέτι=Αφθονία, πληθώρα.
Μπερί=Υγρότοπος.
*Μπερισίθ=εν αρχή, λέξις πρωτοελληνική. Ο Όμηρος την γράφει “πάρος”=πρότερον και το πάρος= “Αεί το πάρος γε θεοί φαίνονται εναργείς ημίν”, επίσης το πάροιθεν= έμπροσθεν, πρότερον και στην αλβανική που είναι λείψανον της πρωτοελληνικής βαρ ή γαρ= το έξοχον, το πρώτιστον (Αθηναγόρας)
Μπερμπάντης=Πρόστυχος, κόλακας, γυναικάς.
Μπερμπάτι=Το λέρωμα, η εντροπή.Μπαρμπάτι τοπων.Κερκύρας
Μπερντές=Η κουρτίνα, κάλυμα του παραθύρου υφασμάτινο.
Μπέσα=πίστις “δεν έχει μπέσα αυτός” παλαιά αλβαν.(Όμηρος εκ του πείθω)
Μπετχαβά=Δωρεάν, χάρισμα.
Μπέχαρος=γελαστός-χαρούμενος
Μπέχομαι=Επέχομαι, βασίζομαι, έχω εμπιστοσύνην.
Μπίγολη= ο φιδές, η ψιλή μανέστρα στην Κέρκυρα κοροϊδευτικά “σιόρα μπίγολη” ήταν η λιγνή γυναίκα, στην άλλη Ελλάδα τα έλεγαν “μαλλιά του Αγγέλου”
Μπιζ=Παλαιό παιδικό παιχνίδι(ένα παιδί καθόταν όρθιο με την παλαμή ανοιχτή στο πλάϊ, χωρίς να βλέπει τα παιδιά όταν χτυπούσαν την παλάμη λέγοντας μπίιιιζ κι αυτός έπρεπε να μαντέψει ποιο παιδί τον χτύπησε). Σαν επιφώνημα για να επαναληφθεί τραγούδι ή ποίημα κλπ.
Μπιζάνι=Ηπείρου χωρίον
Μπίζι Κερκυραϊκά=μπιζέλι, αρακάς
Μπιζερίζω=Αποκάμνω, αηδιάζω, από συνεχή και κατ’ επανάληψι ομοίαν ενέργειαν.
Μπιζέριο-μπιζέρια=Η βαρυστημάρα, το ανυπόφορο.Μεγάλο μπιζέριο μεγάλο κακό.
Μπίμτσα=Μυστικό συνήθως, θολωτό υπόγειο (τυφλό) σπιτιού, χωρίς θύρα και παράθυρα, που σε περίπτωσι φωτιάς είναι δυνατόν να μείνει απρόσβλητο.
Μπίξε-βίξε=Σχήμα λόγου με την έννοια, ότι αγωνίστηκα, κοπίασα “έδωκα πήρα” και μηδέν εις το πηλίκον.
Μπιρατζάδα=Θάσος, περατζάδα Κέρκυρα (Βόλτα-πέρασμα, περίπατο)
Μπιριντζής=Καλός τεχνίτης, επιτήδειος
Μπίρμπος=Φαύλος, ανήθικος, χαρτοπαίκτης.
Μπιστιού Κερκ.= χωρίς πίστωση, αρχ.πιστόω, βερεσέ=χωρίς να δίνω χρυσό, αγοράζω χωρίς πίστωση, Πιστωτής=δανειστής Τζάμπα
Μπιστικός=Εμπιστοσύνης άνθρωπος.
Μπιτίζω-μπιτάω=Αποπερατώνω κάποιο έργο.
Μπίτι=καθόλου
Μπίτσι=Ηπείρου τοπ.
Μπλάνα –μπλάνης=Αργοκίνητος, νωθρός.
Μπλεντιάζω ή μπλεντριάζω=Μπλέντιο=Ευρύχωρο προκειμένου για φόρεμα (πλατυάζω)
Μπλετσοκέφαλος=Εκείνος που έχει γυμνό κεφάλι από τρίχωμα, ο φαλακρός. Ξεμπλέτσωτη=γυμνή
Μπογδανάτικα=Παξοί τοπων.
Μπογιά=βαφή.
Μπόερας=Εμπόδιο, “μη στέλεις μπροστά μου σα μπόερας”.
Μπόρος-Πόρος=Πηγές νερού.
Μπολούμπασης=Ο αρχηγός μικρού τμήματος στρατ)κού.
Μπο-μπο-μπο!=Ταυτόσημο προς το θαυμαστικό Πω-πω-πω!
Μπολάκι=Ίσως, δυνατόν, μπορεί “μπολάκι μου κάνει καλό”.
Μπόλια=(Κέρκ.) βλέπε Ομπόλια
Μπόλικο= πολύ, “βάλε μπόλικο κρασί”
Μπομπές (κερκυρ.)=ντροπές, από το διαπομπεύω
Μπόμπολας= Β. Ήπειρο –Κέρκυρα, μεγάλο κοχύλι
Μπομπότα= Το ψωμί από το αραβόσιτο, καλαμποκίσιο, καλαμποκόψωμο.
Μπόνδος=Πόντος.
Μποξάς=Τετράγωνο πανί για σχηματισμό μπόγου.
Μποστάνι=Ο λαχανόκηπος και τα είδη του μποστανικά, ο δε καλλιεργητής του Μποσταντζής.
Μπότης= Εκ του βυτίου, βούτις, βυτίνη, λάγυνος ή αμύς, στάμνα.
Μπότσι-Μπίτσι=Ηπείρου τοπ.
Μποτσόνι=μπουκαλάκι, Β.Ήπειρος
Μπούγα-βούγα= Αναβλύζον νερό.
Μπουγάδα= Πριν βγουν τα ηλεκτρικά πλυντήρια οι νοικοκυρές, έπλεναν τα ρούχα με ζεστό νερό, σαπούνι και αλυσίβα (στάχτυ), βάζοντας τα ρούχα σ’ ενα μεγάλο καλάθι και ρίχνοντας κάθε τόσο ζεστό νερό που μέσα έβαζαν φύλλα δάφνης.
Μπουγιουρντί=Έγραφος διαταγή.
Μπούαινα –Μπουγιάνα=Ηπείρου τοπ.
Μπούζι=πολύ κρύο νερό
Μπουζουριάζω=Μαζεύω άτακτα.
Μπούκα-Βούκα=Στόμα, στόμιον, τρύπα, λάκκος “Στη μπούκα του κανονιού.” μπούκωσα, μπουκιά, βούκα στην Μ.Ασία, μπουκ=αλβαν. ψωμί.
Μπούκα= Εμβουκώνω, ρ.Μπουκάρω, ορμώ.
Μπουκάλι=βαύκαλις(βλ.λ.)=δοχείο, φιάλη
Μπουκιά=Χαψιά.
Μπουκούνι-μπουτσούνι, Μπουκούνικο=Κομματάκι.(Επτάνησος-Βορ.’Ηπειρος-Πελοπ/νησος)
Μπουλούκι=πολλοί μαζί (Κέρκ.)
Μπουμπουνιά=Είδος αχλαδιάς και ο καρπός της το μπούμπουνο, Ως παρεπώνυμο μπουμπουνοκέφαλος σ’ εκείνους που έχουν μεγάλο κεφάλι, χοντροί το σώμα και βαρείς τη σκέψη.
Μπουνταλάς, βανταλός=Κουτός, χοντρόγνωμος, βλάκας.
Μπούρδα=εκ του πρεν΄δα περ ένδα= ένδον, εντός.Προτιθεμένου του μ προ του π και τροπή του ν εις ρ. Όμοιον δε προς το “θόρδα= έξω. Αρκάδες” Ησύχ. σήμερα λέμε τι μπούρδα είναι αυτή δηλ. Τίποτα (Μπέλλου Λουκά)
Μπουρέλι ή μπρέλι=Το βαρέλι.
Μπουρμπούλιανος= Το κουκούλι, όταν αρχίσει να χαλάει, ο ψόφιος μεταξοσκώληξ.
Μπουρμπουλίθρες=φουσκάλες στο νερό
Μπουρνέλες=τα κορόμηλα, κάσιες, βαρδάτσες, βανίλιες, αρμελίνια, φράγκολες
Μπουρζάδο το ή Μπρουζάδο =Κέρκυρα, απέναντι από το παλαιο λιμάνι σήμερα είναι δύο ψηλές πέτρες (βράχοι) δίπλα στο Βίδο, πιθανόν πριν οι πάγοι λοιώσουν να ήταν γη λόφος, ήδη τώρα τη μία η θάλασσα να τη ρούφηξε, αναφορές του 1649 λέγουν ότι ήταν εκκλησάκι της παναγίας της Κονδυλονησιώτισσας, Κονδυλέα κώμη μ’ ένα ναό της Αρτέμιδος υπάρχει στην Αρκαδία Πελοπον. (πληρφ. του Παυσανία). η λέξη, Κονδυλούμεναι. Ανοιδούσαι. καθάπερ επί των βρασσομένων υπό του πυρός υδάτων (Ησύχιος) προηγουμένως θα ήτανε στη θέση της Κονδυλονησιώτισσας η θεά Άρτεμις. η μετέπειτα λέξη:σκολιέτο μπρουζά = σημαίνει πέτρα, βρουζά= βρασμένο, βρασσόμενα νερά (από τι)…;
Μπούρτζι=βραχονησίδα με παλαιά κτίσματα απέναντι από το λιμένα Ναυπλίου.
Μπούρτζι=στην Κάρυστο.
Μπουρτζό βλαχοι=Ένα από τα πολυάριθμα ελληνικά φύλα όπου έζησαν στην Ήπειρο. (βλέπε Βλάχοι και Αρωμούνοι)
Μπους-βους= Αρχικά λέξεις που άρχιζαν από Μπου τις μετέτρεψαν σε Βου. Παρατηρείται σε αρχαία λεξικά να μην υπάρχουν λέξεις που αρχίζουν από (μπ) θεωρούσαν ότι αυτοί που μιλούσαν με την προφορά του μπ, τσ, γκ, ήταν “βάρβαροι”, όμως σε πολλές περιφέρειες συνέχιζαν να μιλούν με τις αρχέγονες αυτές λέξεις μέχρι σήμερα.
Μπούσι=τοπ. Ηπείρου.Μπούζι (πολύ κρύο νερό)
Μπουσιουλάω-μπουσουλάω=το μωρό μπουσουλάει, περπατάει με τα τέσσερα.
Μπουσουλίκα= Καρπός είδους δρυός.
Μπουταμιά-Ποταμιά,Μπισδούνι, Μπουτάρι, Μπατάδες,Μπότα,Μπόρισσα,
Μπουτελί=Κέρκυρα, αποκλειστικό μαγαζί γι΄αποθήκευση και πώληση λαδιού
Μπουτίλα η=Βορ-Ήπειρος, η μπουκάλα, Μποτίγια = Κέρκυρα
Μουτσάδες=Ηπείρου τοπ.
Μούτσος=μαθητευόμενος ναύτης
Μπουτσουμώ=Βασανίζομαι εργαζόμενος χωρίς ν’απολαμβάνω, ταλαιπωρούμαι.
Μπουτσούνι= Μπουκούνι Κέρκυρα, ένα κομμάτι μικρό ψωμί, Μπουκιά
Μπουτσνάρα=Αναβλύζον νερό.
Μπούφα =Κερκυρ. λέξη σκαμπίλι μπούφος=κουτός
Μπουφαρίζω=Μπουχίζω με νερό τα ρούχα που είναι για να σιδερωθούν.
Μπούφος=Το πτηνόν ο βύας.
Μπούχαλι=Ηπείρου τοπ.
Μπουχάρι=Το τζάκι, το πίσω μέρος της στιάς στη γωνιά που ρίχνουν προσωρινά τη στάχτη και είναι η κρεμαστάλα.
Μπουχαβιάζω=Τεμπελιάζω στο κρεβάτι, χωρίς να κοιμάμαι και δεν θέλω να σηκωθώ.
Μπουχίζω-άω=καταβρέχω με το στόμα
Μπουχτίζω=παραχόρτασα
Μπόφκα=Η κουβέντα, μάλλον όχι σοβαρά. Κάθεται κάτω στο δέντρο και αερολογεί.
Μπραζίνα=Ασκί από γιδίσιο τομάρι χρησιμοποιούμενο για τη μεταφορά πατημένων σταφυλιών από το αμπέλι όπου τρυγούν μέχρι το σπίτι.
Μπράλια=Άνω-κάτω, ασυγύριστο το σπίτι.
Μπράχο=τοπωνύμιο Βήσσανης Πωγ. Γοργοποτάμου, Κονίτσης Ιστ.Μπράχος Νεπράβιτσας.
Μπρε, βρε, μωρέ, ωρέ, καλέ εσύ!
Μπριάνι=Κρέας με ρύζι στο φούρνο.
Μπριχού=Πριν από,
Μπρόϊ=Άγριο φυτό ύψους ενός περίπου μέτρου χρησιμοποιούμενο από τα παιδιά τη συλλογή πυγολαμπίδων το καλοκαίρι.
Μπρούχναβος= Ο καχεκτικός,ασθενικός τύπος.
Μυγδονία=Επαρχία της Μακεδονίας εκτεινομένη περί τον Αξιόν ποταμόν=Ημαθία (Ηρόδοτος)Μυγδονία=μοίρα Μακεδονίας και ετέρα Φρυγίας της μεγάλης ελέγετο και Μυχθονία (Στεφ. Βυζαντιος)
Μυγοχέσματα=Οι ακαθαρσίες που αφίνουν οι μύγες,Ψυλοχέσματα=Ψύλοι.
Μύδος =Η υγρασία
Μυλαί=αι, πόλις της Σικελίας κειμένη αρκτικώς επί μιας μικράς χερσονήσου με λιμένα ούσα Ελληνική αποικία, τανύν Mellili ή Milazzo.Θουκδ.γ’,90. Μυλαί πόλις Εστιαιώτιδος χώρας εν Θεσσαλία, κειμένη αρκτικώς της Μητροπόλεως (Στεφ. Βυζάντιος)
Μύλακες=έθνος Ηπειρωτικόν.Λυκόφρων “Κράθις δε γείτων ηδέ Μυλάκων όρος”
Μύλασσα=πόλις αρχαία και επίσημος της Καρίας, καθέδρα του βασιλέως Εκατόμνου, κειμένη επίτ τινος βράχου κα έχουσα εύφορον και τερπνήν περί αυτήν χώραν και ένα λιμένα Φύσκον καλούμενον, τανύν Μελάσσον (Ηροδτ.1,171.Πολύβ. Στράβ.)
Μύνδος=πόλις Καρίας και άλλη Παλαιάμυνδος
Μύραινον,μύρινος μυρσίνη,μύρον μυρτίνη, μυρτός=Είδος απιδέας ή ελαιοδένδρου.
Μυρμιδών= Υιός του Ποσειδώνος.
Μυρμιδόνες =Οἱ ὑπὸ τὸν Ἀχιλλέα λαοὶ. Ὁ Ὅμηρος ὑπὸ τοὺς Μυρμιδόνας ὑπονοεῖ τοὺς ἐν τοῖς ἄντροις πρωτογόνους ἀνθρώπους, τοὺς χαμεύνας, τοὺς τρωγλοδύτας. Μῆρμιξ δὲ δὲν εἶναι μόνον τὸ γνωστὸν ζωΰφιον· μῆρμιξ λέγεται καὶ ὁ ὕφαλος, ὁ βράχος, αἱ χοιράδες πέτραι, τὰ ἄντρα· Μυρμιδόνες εἶναι οἱ τῶν ἄντρων κάτοικοι, Ἑλλοπία, Σέλλας, Σελλὰς, Ἑλλὰς, Σέλληνες καὶ Ἕλληνες, οἱ πρῶτοι κάτοικοι τῶν Νήσων ἡμῶν, μετὰ τῶν Αἰθιόπων-Πελασγῶν, Ἀχαιῶν, Δαναῶν, Καδμείων· πάντες αὐτόχθονες καὶ γηγενεῖς τῶν Παξῶν· διότι ὡς ἡ αἶθα, αἶδα, Πέλα, ἀχάγια, δάνα καδάμα-ἀδάμα, οὕτω καὶ ἡ λέξις Ἑλλὰς τὸν λίθον σημαίνει·μετὰ τῶν Αἰθιόπων-Πελασγῶν, Ἀχαιῶν, Δαναῶν, Καδμείων.
Μυρρινούς=Δήμος της πολυσταφύλλου και πολυοίνου Αττικής.
Μυρτίλος και Μίντιλος=Συγγραφεύς.
Μυρτώ, Μυρτία, Μουρκιά και Μυρίνη=Ελέγετο και η Αφροδίτη-Διώνη, η μήτηρ Διονύσου-Οίνου.
Μυστράς-Μιστράς =Πόλις Πελοποννήσου πλησίον της Σπάρτης Μυστρίον-Μιστρίον, τοπωνύμιο Ευβοίας,
Μύτις=Ως το ούτις μυστκώτερον λέγεται. Μητίετα ο Ζευς, αλλά μήτις και ο Οδυσσεύς “μήτις αμύμων”
Μυγιάγγιχτος=ο εύθικτος
Μυΐα χαλκή=παιδικό παιχνίδι, οι παίδες παίζοντες καταμύουσιν, αποτείνοντες τας χείρας άχρις αν τινος επιλάβωνται, έτσι καλείται και το πτηνόν. “Χαλκήν μυιάν θηράσω, θηράσω αλλ’ ου λήψει” .Είναι σαν το παιδικό παιχνίδι η “τυφλόμυγα”.Όταν σ’ ένα παιδί σκεπάζουν τα μάτια του και τα άλλα του φωνάζουν να τους πιάσει.
Μύδρος= Ο πεπυρακτωμένος σίδηρος.
Μυελός αρχ.= Μυαλό, μελό (ηπειρ.) “ντιπ μελό δεν έχεις;” νιονιό.
Μύθος=Κάτω από τον πέπλο του μύθου κρύβεται πάντοτε πυρήνας αλήθειας, πραγματική ιστορία.
Μυκάλη=Όρος Καρίας, Μυκαλησός πόλις Βοιωτίας, Μυκήναι πόλις του Άργους, Μυκερίνα η Μέμφις.
Μυλαί=πόλις Σικελίας, εισί δε Μυλαί και Θετταλίας, ής το εθνικόν Μυλαίος
Μύλακες=έθνος Ηπειρωτικόν, Λυκόφρων “Κράθις δε γείτων ηδέ Μυλάκων όρος” (Στεφ, Βυζάντιος)
Μυλάντειοι θεοί=Επιμύλιοι.
Μύλασα τα=Πόλις αρχαία και επίσημος της Καρίας, καθέδρα του βασιλέως Εκατόμνου, κειμένη επί τινος βράχου και έχουσα εύφορον και τερπνήν περί αυτήν χώραν και ένα λιμένα Φύσκον καλούμενον, τανύν Μελάσσον, Μυλασεύς ο κάτοικος Μύλεσσα παρ’ Αρριαν.
Μύλας=Εις των Τελχίνων, ος τα εν Καμείρρω ιερά Μυλαντείων ιδρύσατο.
Μύλιοι=έθνος Φρυγίας
Μυλόεις=Ποταμός Αρκαδίας (Μυλάων).
Μυλοπόταμος=Πηλίου
Μύλος=Σαρξ, ήν αι κυοφορούσαι αντ’ εμβρύων φέρουσιν.
Μύλων=πόλις Αιγύπτου
Μυός όρμος=πόλι και λιμάνι στον Αραβικό κόλπο (Λιακόπουλος)
Μύρινα= Ηρωίς, παρά Ηλιεύσι.
Μυρμήκων οδοί=Αθήνησι τόπος και αι μονόκωλοι τρίβοι από της του ζώου ομοιότητος κατά την οδόν γινομένου.
Μυρμιδόνες = Οι κάτοικοι των άντρων.
Μύρμιγξ-Μύρμηξ = Ο ύφαλος, ο βράχος, αι χοιράδες πέτραι, τα άντρα και το ζωήφιο.
Μυρμιδόνες= Οι κάτοικοι των άντρων, Ελλοπία, Σέλλας, Σελλάς, Ελλάς, Σέλληνες και Έλληνες είναι οι πρώτοι κάτοικοι των νήσων ημών οι ταυτιζόμενοι μετά των Αιθιόπων-Πελασγών, Αχαιών, Δαναών, Καδμείων πάντες αυτόχθονες και γηγενείς των Παξών διότι ως η αίθα, αίδα, Πέλα, αχάγια, δάνα καδάμα-αδάμα έτσι και η λέξις Ελλάς τον λίθον σημαίνει.άλις= πέτρα ταυτόν του ήλις.Έλα και Σέλα =πέτρα βράχος Σελάνη-Σελήνη ο στερεός βράχος, το στερέωμα. .(Αθηναγόρας)
Μυρμιδονία=αποκαλείται η Αίγινα (Στέφ. Βυζάντιος)
Μυρμιδών= Υιός του Ποσειδώνος.
Μύρρα ή Σμύρνα=Κατ’ άλλην παράδοσιν, η μήτηρ του Αδώνιδος του προσφιλεστάτου της Αφροδίτης
Μυρρίνην =Βασίλισσα των Αμαζόνων.
Μυρσίλος=Το ελληνικό όνομα των Κανδαύλων βασιλέων της Λυδίας, σημαίνει το ερυθρωπόν, το αιθιοπικόν χρώμα.
Μυρίνη ή Μυρσίνη=Προσφιλές φυτόν υδροχαρές της Αφροδίτης.
Μύρσινος=(Μύρτον το Μυρτούντιον )
Μύρτος= Αι νήσοι των παξών.
Μύρτος = Η νησίς προ του Καφυρέως της Ευβοίας, εξ ού και Μυρτώον Πέλαγος
Μυρτίλας Μύρσινα, Μύρτον, Μυρτιά=Τοποθεσίαι εις Παξούς
Μυρτιώτισα= Τοπωνύμιο Κερκύρας.
Μυρτὼ Μυρτία, Μουρκιὰ καὶ Μυρρίνη= Ελέγετο καὶ ἡ Ἀφροδίτη-Διώνη, ἡ μήτηρ τοῦ Διονύσου-Οἴνου·
Μύρω=Ρέω
Μυρώνεια= Κρήνη εν τη Αττική.
Μυσίων Ολυμπίων=Επεί πλείους εισίν Όλυμποι Μακεδονίας και Θετταλίας, ένιοι δε δεκατέσσαρας ηρίθμησαν.
Μυσία=Επαρχία επίσημος της μικράς Ασίας οριζομένη δυτικώς υπό του Αιγαίου πελάγους και του Ελλησπόντου, μεσημβρινώς υπό της Ιωνίας και Λυδίας, ανατολικώς υπό της Βιθυνίας και αρκτικώς υπό της Προποντίδος. Άπασαν την χώραν ο Στράβων διαιρεί εις δύο μεγάλα μέρη εις Μυσίαν Ολυμπηνήν και εις Μυσίαν Περγαμηνήν. Κατ’ άλλους δε εδιαιρείτο εις μεγάλην Μυσίαν και εις μικράν Μυσίαν, αποτελούσα επί των χρόνων της Περσικής δυναστείας μίαν ολόκληρον σατραπείαν, κατοικουμένην υπό διαφόρων λαών, περί δε τα δυτικά παράλια αυτής έκειντο αι Αιολικαί πόλεις των Ελλήνων. Μεταξύ των πολλών και επισήμων αυτής πόλεων προείχεν εξαιρέτως μετά ταύτα η περίφημος Πέργαμος καθέδρα των βασιλέων Αττάλων.Ηρόδοτος. Μοισία ή Μυσία στην Ευρώπη.(Νικ. Λορέντης)
Μύσος=μίασμα
Μυσοί=Έθνος περί τον Δούναβιν βαρβαρικόν.
Μύσων,ωνος=ο Χηνιεύς ένας από τους επτά σοφούς τους αρχ. Ελλάδος από την εκ Χυνός πόλεως της Λακωνίας.
Μυτανίς, Μυταλίς, Μυτωνίς=Άλλο Όνομα της Λέσβου πλήρης υδάτων και μετάλλων.
Μυτιλήνη=Η Μέλαινα, η Ερυθραία, η Αιθιοπίς. Το όνομα δεν είναι άσχετο και με την λέξη μύρτος και μυρσίνη εκ του μέλανος καρπού αυτών. Μυτιλήνη γράφεται και Μιτυλήνης, Μηθύμνης γράφεται και Μεθύμνης. Οι διαφορές των φωνηέντων όταν εναλλάσσονται είναι κυρίως θέμα προσωδίας. Όταν εις την ομιλία κυριαρχούσε η προσωδία δεν υπήρχε η γραμματική της ορθογραφίας.Κι ας θυμόμαστε πάντα ότι το Αιγαίο δεν είχε τη σημερινή του μορφή, ήταν αρχικά μία λίμνη και τα σημερινά νησιά κορυφές βουνών.
Μύτις=Ως το ούτις μυστκώτερον λέγεται. Μητίετα ο Ζευς, αλλά μήτις και ο Οδυσσεύς “μήτις αμύμων”
Μυττωτάω= Κερματίζω· Κέρμα=Τὸ χρῆμα καὶ κέρσα τὸ αὐτὸ. Ἐξ οὗ, Ἀξιόκερσα, Ἀξιόκερσος, οἱ Κάβειροι τῆς Σαμοθράκης.
Μυχμός=ιδίωμα ήχου(Ησύχιος)
Μύων=πόλις Λοκρών εν τη Ηπείρω, Μύονες οι πολίται και Μυονείς λέει Θουκιδίδης
Μώα=ωδή ποιά, μωδεί=άδει (μωΐδδει). Λαλεί (Ησύχιος)
Μωάβ=λέβης της ελπίδος. Όλων των εθνών το σύστημα δια το (Ι. της) του Μωάβ προσηγορία(ς) αινίττεται. Θυσία αληθινή, τω πυρί του θείου πνεύματος θερμαινομένη (Ησύχιος)
Μώβα=μοίρα της Αραβίας. Ουράνιος εν Αραβικών δευτέρω. οι οικούντες Μωβηνοί. Έοικε δ’ ενδείν το α. Ην γαρ Μώαβα και το εθνικόν Μωαβίτης (Στέφ. Βυζάντιος)και Ωβώμ πόλις, όνομα αντεστραμμένο Μώβα
Μώδα=άλφιτα σίτου Μόδα=στρώματα (Ησύχιος)
Μωκός=μωρός. Χλευαστής, σκώπτης (Ησύχιος)
Μώκο=κάνε μώκο, μη μιλάς
*Μὼλ = Πρωτοελληνιστὶ ὁ οἶνος.
Μώλος=Ο εν χρονισμός της μάχης, πόλεμος.(Βλέπε λ.μόλος)
Μώλυς=Λίβυσσα πόλις
Μώμεμφις=πόλη σε μια δώρυγα του Νείλου μεταξύ του Κανωβικού στομίου και της λίμνης Μαρεώτιδος. Ηρώδ.Β΄163 (Λιακόπουλος)
Μωνυχία=λιμήν της Αττικής, ού την εις τόπον σχέσιν φησί Θουκυδίδης η΄ “των Μωνυχίασι τεταγμένων άρχων” (Στεφ. Βυζάντιος)
Μωρ-μωρέ-μωρές -ορέ-ορή-βρε-μπρε.= ιδίωμα σύγχρονου Έλληνα προκειμένου να δώσει έμφαση ή να φωνάξει φίλο του: Μωρ Σπύροοο!, Ορέ! Είσαι στα καλά σου; βρε παιδί μου δεν καταλαβαίνεις ; ο κατήφορος της γλώσας μας έχει αντικαταστήσει εν πολλοίς, ένα επίθετο συγκεκριμένο “μαλάκας-μαλακιασμένη”, είναι τόσο επαναλαμβανόμενη αυτή η λέξη, που άν δεν γνωρίζεις καλά αυτή τη λέξη, νομίζεις ότι έτσι ονομάζεται ο συγκεκριμένος άνθρωπος.
Μωρ=Τα θαμνώδη φυτά εις τα βαλτώδη μέρη
Μωριείς=έθνος Ινδικόν, εν ξυλίνοις οικούντες οίκοις, ως Ευφορίων (Στεφ.Βυζάντιος
Μωρόβρασι=Το συγνεφόκαμα, η κουφόβρασι. Όστρια.
Μωρέα=Οφείλεται εις το υδατοτραφές όπως και η ελαία.
Μώρω= Ρέω
Μωρώνω=ηρεμώ το μωρό που κλαίει

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου