Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

ΤΟ ΛΕΞΙΚΌ ΧΙ


Χι
=Το αγιώτερον μονόγραμμα του ονόματος του θεού, δια τους προ-Χριστιανούς.Καὶ καταφαίνεται οὕτω περιφανῶς ὅτι τὸ Χ, ἤ ταὐτὸν χά-ος, χά-ϊος, χά-γιος, ἤ ταὐτὸν Γάγιος - Γάϊος ἐν τῇ Ἑλληνικὴ γλώσσῃ εἶναι τὸ ἀρχικὸν ὄνομα τοῦ ὑψίστου θεοῦ τῶν Ἑλλήνων, ὅστις ἦτο ὁ Ἥλιος-Ἅλιος, ὁ ἠέλιος παρ’ Ὁμήρῳ καὶ Δωριέων Ἀέλιος, ἀρχικῶς δὲ Ἀβέλιος, ὡς οἱ Κρῆτες ἐλάλουν αὐτὸν, κατὰ τὴν μαρτυρίαν τοῦ Ἡσυχίου.
τὸ συμβολικὸν= Τὸ ὁποῖον, ὑπήρξε τὸ ἱερώτερον σύμβολον ἀρχικῶς τῶν Ἑλλήνων καὶ δι' αὐτῶν τῶν ἄλλων λαῶν, ὁ συνεκτικὸς αὐτῶν δεσμὸς μετὰ τῆς Μητρὸς Ἐλλάδος.(Αθηναγόρας)
και Ξ =Ένα και το αυτό γράμμα, της αυτής εννοίας και σημασίας.
Εβραϊκή =Τὸ πανάγιον ὄνομα τοῦ θεοῦ Χα εὑρίσκομεν καὶ ἐν τῇ Ἑβραϊκὴ γλώσσῃ, μεταξὺ τῆς ὁποίας καὶ τῆς Ἑλληνικῆς ἡμεῖς εὑρίσκομεν καταπληκτικὰς ὁμοιότητας, καὶ δικαίως· ἀφοῦ αὕτη ἐμορφώθη ἐν μέσῳ λαῶν πάντων Ἑλληνικῶν· ἀναντιρρήτως ἡ Ἑβραϊκὴ κατ’ οὐδένα λόγον δύναται νὰ διαμφισβητήσῃ μητρότητα τῶν γλωσσῶν ὡς ἐνομίσθη, βεβαίως οὐκ ὀρθῶςἘλωὰχ καὶ Elohim ὁ θεὸς τῶν Ἑβραίων, ὁ ἔλ ὡς τῶν Ἑλλήνων ὁ Ἥλιος, ὁ Ἐλλώτιος θεὸς.
Γιαχβὲ Yhvh Yahveh Jehovah τὸ κατ’ ἐξοχὴν ὄνομα τοῦ ζῶντος θεοῦ. Περὶ τοῦ Γιαχβὲ καὶ πάλιν ἐν τῷ τρίτῳ Μέρει γράφομεν πλειότερα· Hallela Yah-ἀλληλούϊα, αἶνος τῷ θεῷ, ὁ αἰνετὸς θεὸς, ὁ Παλαιὸς τῶν ἡμερῶν· hillel, τὸ λαμπρὸν ἄστρον ὁ υἱὸς τῆς ἡμέρας· χασὶδ-hasid ὁ ὑπὸ τὴν σκέπην τοῦ θεοῦ εὑρισκόμενος, ὁ ἠλεημένος. hesed τὸ ἔλεος, ὄνομα καὶ τοῦτο τοῦ θεοῦ «τοῦ πλουσίου ἐν ἐλέει», καὶ εἶναι τὸ ἔλεος τοῦ θεοῦ, «ὡς βάσις πασῶν ἰδιοτήτων λαμβανομένων, καὶ πάσας ταύτας ἐν ἑαυτῇ συνοψίζουσα», Χασὶδ ὁ ὅσιος· «μόνος δὲ ὅσιος» εἶναι Κύριος ὁ θεὸς ὁ Παντοκράτωρ. Χασιδὶμ οἱ δίκαιοι. (Αθηναγόρας το Χάος)

Χι,χα,χε,χο,χου

Πρώτη λέξις που εξεφώνισαν ανθρώπινα χείλη.


Χ(ει) Προσωδιακή γραφή = Εις το αρχαίο Αλφάβητο το Χ γράφεται ως Θ, συνηθέστατα το Θ αντικαθιστά το Χ. “Το Θ παρά τοις Λάκωσι εκφέρεται ως σίγμα, ούτω Θεός=Σιός” σε πολλές λέξεις τιθέμενον αντί του αρχικού εκπεσόντος Χ.ούτω Σελλοί=ελλοί, συς=υς.το ίδιο συμβαίνει και εις τη Λατινική όπως αλς=σολ, εξ=σεξ, επτά=σέπτεμ, ήλιος=σολ και καθ’ εξής.
*Xα=Η πρώτη αέρινη προφορά της ελληνικής συλλαβής, όχι σαν αυτή που χρησιμοποιεί ο σύγχρονος Έλληνας.
Χάα=Πόλις της επαρχίας Ίλιδος- Ήλιδος επί της Τριφυλίας χώρας κειμένη πλησίον του Λεπρέου (αντί Φλειά)Πελοπόννησος.
Χαβάη=Αχάου, Αχάβα αρχαία πρωτεύουσα, στο αρχαιολογικό μουσείο της Χονολουλού υπάρχουν είδολα θεών με περικεφαλαία αχαϊκού τύπου και λέξεις ελληνικές όπως Αέτο =αετός, νου-νου=σκέψη κ.α.(Λιακόπουλος.)
Χαβαλές=Επιβάρυνσις. Μικρές πέτρες κα χώματα μαζί. “Έχω χαβαλέδες στην πλάτη μου”= Έχω οικογενειακά βάρη και άλλα.
Χαβάς=Βραδύτης, νοοτροπία, κλίμα τόπου. Χαβάς=μελωδία άσματος, σκοπός, “το χαβά σου εσύ…”
Χάβαρη = τοπωνύμ. Ηλείας Πελοποννήσου
Χάβαρο= είδος εδωδίμου οστρέου
Χαβαρόβρυση=χωρίον νομού Ηλείας ΒΔ Πελοποννήσου άλλ.Ήλις(ιδος) εκ της εν αυτή φερωνύμου πόλεως “ηλειακή σχολή” φιλοσοφική σχολή ιδρυθείσα υπό του Σωκρατικού Φαίδωνος του Ηλείου
Χαβαρώνι=το πτηνόν κόραξ ο καρπολόγος, σταροκόρακας,
Χάβος=Το χαλινάρι, το μέρος εκείνο που μπαίνει στο στόμα του ζώου.
Χάβρα=ιερός χώρος των Εβραίων.Χαύρανα πόλις της επαρχίας Γιουνάν
Χάβρη= όνομα πόλ.της Γαλλίας επί των εκβολών του Σηκουάνα(Πρωΐας)
Χαβώνω=Αποστομώνω με λόγια ή έργα.
Χάϊος και χαιός=Ο Άγιος, ο αληθής τίμιος, δίκαιος, ιερός.(Ησύχιος) και Χάσιος ο αγαθός, ο χρηστός και παρά τοις Λακεδαιμονίοις.Χαόν το αγαθόν και χαοί οι ανώτεροι, οι αγαθοί άνθρωποι.
*Χάος, Χαός, Χεός= Θεός. Εναλλάσονταν το Χ με το Θ ως ὄρνιχος καὶ ὄρνιθος και καθ’ εξής (Αθηναγόρας).
Χάος-Χάϊος-Χάγιος=Αγιος. Χάος-Θεός=Λέξεις ταυτοσήμαντες.Χάος επίσης είναι φως, του Χ συνηθέστατα εναλλασομένου του Φ, το χάος γίνεται φάος και χωρίς την προσωδιακή προφορά φως. “Ιερόν φάος”
Χ-χάος-χάϊος-χάγιος-ή ταυτόν Γάγιος-Γάϊος εις την Ελληνικήν γλώσσα είναι το αρχικόν όνομα του υψίστου θεού των Ελλήνων, όστις ήτο ο Ήλιος-Άλιος, ο ηέλιος παρ’ Ομήρω και Δωρ. Αέλιος, αρχικώς αβέλιος, ως οι Κρήτες ελάλουν αυτόν κατά τον Ησύχιον.
Χαγιάτι=Ισόγαιος προστετευόμενος χώρος, είδος σκεπαστού ισογαίου εξώστου.Το χαγιάτι της εκκλησιάς=ο πρόναος.
Χαερλίτικα=να προκόψουν, από τη λέξη Χαϊρ. Χρονσπολούς=Ευχή σε ονομαστική εορτή.κ.α.
Χα-κα-φθὰ =Αἴγυπτος ἡ καὶ Ἡφαιστία, ἥτις λαϊκῶς ἐλέγετο καὶ Μανοβὲρ, τόπος εὐτυχὴς, ὄλβιος, λιπαρὸς, κέρας Ἀμαλθείας, ὡς ἀκριβῶς ἐλέγοντο καὶ αἱ Νῆσοι τῶν Παξῶν-Κερκύρας·
Χάζεο=χατζάο-χατζάου, τέρμα Ανεμομύλου, κερκυραϊκή όχθη όπου έφθαναν ή αναχωρούσαν πλοιάρια, χάζειν, αναχώρησις, χάζεται=αναχωρεί, χάζεο τηλε= αναχώρει μακράν, χαζόμενον= αναχωρούντα,
Χαζεύω=Κάνω χάζι, περιεργάζομαι, θεώμαι.
Χαζιρεύω=Κάνω ετοιμασία=χαζίρι.Χαζίρικος=έτοιμος
Χαζμουριούμαι ή χαζμιούμαι=Αναχαζμιούμαι,νυστάζω.Χάσκω από αϋπνία.
Χάϊα-Χάϊος=Αγαθή-αγαθός.
Χαϊβάνι=Το ζώο.”Αυτός είναι χαϊβάνι”.
Χάϊος=Αγαθός
Χάϊος και χαιός=Ο άγιος, ο αληθής τίμιος, δίκαιος ιερός.
Χαίνει=Ανοίγει το στόμα.
Χάϊντε=Άντε πήγαινε (Κερκ.Ήπειρος.) “Χάιντε-χάϊντε πάμε να φύγουμε)
Χαίρειν=Ερρώσθαι.
Χαιρετισμοί=Συνηθέστεροι τύποι χαιρετισμών και προσφωνήσεων είναι οι εξής:Καληώρα=καλή ώρα.καλή μέρα, καλή σπέρα.Καλώς κάνετε. Καλονύχτωμα. Καλώς να βραδυάσετε.
Χαιρώνεια=πόλις Βοιωτίας κειμένη επί του Κηφισσού ποταμού, ανήκουσα εις την χώραν του Ορχομενού, περίφημος προ πάντων δια την την εν αυτή αξιομνημόνευτον νίκην του βασιλέως Φιλίππου κατά των Ελλήνων και ως πατρός του Πλουτάρχου, τανύν χωρίον Κάπραινα καλούμενον. Θουκδ.,Στρβων, η παρ’ Ομήρω Άρνη καλουμένη (Νικ. Λωρέντης) Χαιρώνεια πόλις προς τοις όροις Φωκίδος. Εκαταίος Ευρώπη “εν δε Χαιρώνεια πόλις τα πρώτα”, κέκληται από Χαίρωνος. η πόλις Άρνη το αρχαίον όθεν Όμηρος, ως έμοιγε δοκεί, τη αρχαιοτέρα εχρήσατο ονομασία, καθ’ ότι Αίγυπτον τον ποταμόν είπεν, ου Νείλον, και πανταχού τοις αρχαιοτέροις ονόμασι κέχρηται.(Στεφ, Βυζάντιος)
Χάκι=Ανταμοιβή, πληρωμή, έσοδο, μεριάτικο, κόπος, παιδεμός.
Χαλά=βλέπε Χαλάστρι
Χαλάλι =Με το δίκηο συναγμένο. “Χαλάλι να σου γένει”.
Χάλανδρον=Κράββατον, κλίνη.
Χαλάνδρι-Χαλανδρίτσα=τοπων. Σύνθετη λέξη χαλ- άνδρον.βλ.Χαλάστρι
Χάλανδρον=Κράββατον, κλίνη
Χαλάρα=άλυσις, Χαλαρά άλυσις (Ησύχιος) χαλαρά σήμερα είναι όχι σφιχτό Χαλασ(ch)ιά μου=Δυστυχία μου, αλοίμονό μου.
Χαλασμένα χωριά=Παροιμιώδης και συνηθισμένη φράσις κατά τα χρόνια της σκλαβιάς, λόγω της κατά περιόδους καταστροφής κατωκημένων τόπων.Τόποι κατεστραμένοι.
Χαλασμός= Πόλεμος, λεηλασία,καταστροφή.Ιστ.Όπως ήταν απομονωμένοι οι κάτοικοι της περιοχής Πωγωνίου είχαν πικρή πείρα των κατά καιρούς λεηλασιών και καταστροφών, ο εφιάλτης του χαλασμού δεν έλλειπε ποτέ.
Χαλασοσπίτης=Εκείνος που καταστρέφει ή ζημιώνει την οικογενειακή του ευημερία.
Χαλαστραίων συών Χαλάστρη=Ησύχιος
Χαλάστρι= Πόλις της Μακεδονίας και λίμνη ένθα το Χαλαστραίον νίτρον γεγένηται.
Χάλβης ου=ο κήρυξ Βουσίριδος εν Αιγύπτω
Χαλδαίοι=Έθνος πλησίον Κολχίδος οι πρότερον Κηφήνες. Γένος μάγων πάντα γινωσκόντων (ίωνες), μετγν. Γιγνώσκω (Σταματάκου)
Χαλεπά τα καλά και εντεύθεν εις παροιμίαν ελθείν (Ησύχιος)
Χαλέπιον=πόλις της Συρίας
Χαλεπός=Αρχ. λ, δύσκολος,επίπονος, “μέρες χαλεπές”, δύσκολες, μαύρες.
Χαλεπά-χαλεπά= Σιγά-σιγά.
Χαλές=Ο απόπατος, το αναγκαίο.
Χαλεύω= Ζητώ, γυρεύω (Ήπειρος.)
Χάλι=Έγνοια, φροντίς, λύπη, πάθημα.
Χαλία=Πόλις Βοιωτίας Θεόπομπος με΄ ”την δε Χαλίαν και την καλουμένην Υρίαν, ήπερ εστίν εφεξής εκείνης της Βοιωτίας ... το εθνικόν Χάλιος ο αυτός “ ύστερον δε οι Χαλκιδείς πολεμήσαντες Αιολεύσι τοις την ήπειρον έχουσι, Χαλίοις και Βοιωτίοις και Ορχομενίοις και Θηβαίοις ”(Στεφ. Βυζάντιος),
Χαλία=Ησυχία. χαλιά τάπητες Αλλά σήμερα λέμε είμαι “χάλια” δηλαδή άσχημα όχι καλά
Χάλις =Ο Βάκχος· χάλιμος ὁ μέθυσος καὶ χαλιμάζειν μεθύειν. Ο άκρατος οίνος
Χάλκα=Χάλκη “πόλις εν τω ποταμώ” Δ του Ψαμαθούντος λιμένος(Λιακοπ.)
Χάλκη-κάλχη=Έχουν στενή συγγένεια με το ερυθρόν, το πορφυρούν χρώμα. Χάλκη Πόλις Λιβύης “μετά δ’ αυτήν πόλις Φοινίκων Χάλκη” Θουκυδίδης ογδόη “απέπλευσεν εις Χάλκην, εντεύθεν δ’ εις Σάμον” Χάλκη Λαρισσαίας πολις και πληθυντικώς Χάλκαι.Χαλκηδών, Χαλκίδα, Χαλκίς κ.α.
Χαλκάνθη= Διάλυμα στυπτηρίας, ἥν μετεχειρίζοντο οἱ ἀρχαῖοι πρὸς κατασκευὴν μελάνης·
Χάλκη και Χαλκίς=Ομώνυμες πόλεις ο Στ.Βυζάντιος αναφέρει μεταξύ άλλων τις πόλεις της Λιβύης, Φοινίκης, Λαρίσσης, Ευβοίας, Κορίνθου, Αιτωλίας, Συρίας, Σκυθίας, Μεσαπίας και Ιταλίας.
Χαλκηδών=Καρχηδών, πόλις της Ισπανίας κτισθείσα υπό του Ασδρούβα στρατηγού των Καρχηδονίων επί του δευτέρου Καρχηδονικού πολέμου, οχυρά κειμένη εντός ενός στενού κ΄όλπου της θαλάσσης, προ του λιμένος βρίσκεταιμμία μυκρά νήσος καλουμένη Ηρακλέους νήσος, νυν ονομάζεται Καρθαγένη.(Στράβων).
Χαλκονήσια=ΝΑ Των Παξών δύο νησίδια λέγονται Χαλκονήσια
Xαλκὸς o= Ερυθρὸς κατά τὸν Ὅμηρο, «χρυσὸν καὶ χαλκὸν ἐρυθρόν». Αίθοψ “Αίθοπι χαλκώ”, νώροψ, “νώροπα χαλκόν” φαεινός, ”χαλκώ μαρμαίροντες”. Την Σιδώνα την ερυθράν και φαεινήν, ονομάζει πολύχαλκον ενώ ο Ομηρος το σίδηρον αποκαλεί πολιόν, κι ο Πίνδαρος τον χρυσόν πολιόν ονομάζει ερυθρόν, δηλαδή αιθίοπα.
Χαλκούσι-Χαλκούνα= χωρίον Κερκύρας
Χαλνάω=Χαλάω.
Χαλντούπης=Περιφρονητικώς ο ανατολίτης τούρκος, άλλως Νταγκάλος.
Χαλοπή κιθάρα=από γαρ οστράκων χελώνης η κιθάρα γίνεται(Ησύχιος)
Χάλος=χωρίον της Β.Ηπείρου. Ποταμός της Συρίας ρέων πλησίον της αυτόθι πόλεως Χαλκίδος (Νικ. Λωρέντης)
Χάλυψ= Θεότης λατρευομένη ἐν Πόντῳ. Καὶ ἐν γένει Ἥρα, Ἡρακλῆς.
Χαμαί= Κάτω, Χάμω (πελοπόννησος), χώμα, χαμηλά, χαμόσπιτα,χαμάλης.
Χαμαιεύναι=Στη γη γεννημένος.
Χαμάλης= ή βαστάζος. Αυτός που πέρνει από χάμω πράγματα και τα βαστάζει μέχρι να τα πάει στον προορισμό του.(Ήπειρος)
Χαμένος=Ο ανοητεύων, κουτός.
Χαμηδιές=Ελέγοντο διάφοροι τύποι τουρκικών εγγράφων, όπως αδειών κλπ..
Χαμούρι=Η ζύμη του άρτου και ο χαμουρτζής ή χαμουρκιάρης ο ασχλούμενος εξ επαγγέλματος με την παρασκευή της.
Χαμπέρι=Είδησις, μήνυμα. Παραφραστικά “Τι έφερες “απο πέρα” τι νέα; “τι (χ)α(μ)πά(ε)ρια”; “έφερες κανένα χαμπέρι”;.
Χαμπ(η)λώνω=χαμηλώνω.Χάμπλωμα=χαμήλωμα.Χαμπλός=χαμηλός.
Χάμπρουκας=Έντομο που ανοίγει το έδαφος για να κάμει τη φωληά του κατά ιδιόρυθμο τρόπο.
Χανδάνω=Όμηρος, περιέχω, χωρώ,”δεν εχώρει τον χόλον”. Χάνδακας Κρήτης,όρυγμα,τάφρος μικρά, χαντάκι, Χανδανάκη πόλις Περσική, Χανδάνη, πόλις Ιαπυγίας “εν δε Χανδάνη πόλις, μετά δε Πευκαίοι”, Χανδάνος επώνυμων οικογενειών Πωγωνίου
Χαντακώνω=Καταστρέφω, ζημιώνω.
Χάνι= Πανδοχείο και ο πανδοχεύς =χαντζής
Χάνος=στόμα (Ησύχιος) χανών=ανοίγων στόμα.
Χάος, Θεὸς, ἅγιος= Εν καὶ τὸ αὐτὸ.
Χάος -Φάος = φῶς
Χαόν =Το αγαθόν.
Χαοί=Οι ανώτεροι, οι αγαθοί άνθρωποι.
Χάον=το όρος. Όρος της Αργολίδος χώρας μεταξύ Άργους και Τεγέας επί του οποίου είχε τας πηγάς του ο Ερασίνος ποταμός. Παυσ.β΄, 24
Χαονία=Επαρχία της Ηπείρου, η Ήπειρος ελέγετο Χαονία, Χάονες ένας από τους τρεις αρχαίους λαούς της Ηπείρου καταγόμενοι από τη γενεά των Πελασγών, οι ισχυρότεροι και μαχιμώτεροι των άλλων κατέκτησαν το μεγαλύτερο μέρος της Ηπείρου, επί της χώρας των οποίων έκειντο αι πόλεις Αντιγονία και Ελυμία (ελυμόσπερμα-σιτώδες σπέρμα)
Χάος-Χάϊος-Χάγιος=Άγιος.
Χάος-φως=Εναλλασσομένου του Φ εις Χ το χάος γίνεται φάος και συναιρούμενον φως. Οι αρχαίοι επιλαθόμενοι του αληθους θεού, ανέφερον εις τον ήλιον χάος-φως
Χάος, θεὸς, ἅγιος, φῶς= Πολλαὶ μορφαὶ μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς ἐννοίας τοῦτο εἶναι φανερὸν.
Χάνος=Στόμα, χανών=ανοίγων στόμα.Χάνι, Χανιά, Χάνι της Γραβιάς(Grave) “Xάνοι ευρεία χθων=ευρύ χάσμα ποιήσειεν η γη (Ησύχιος)
Χάπατο=λέξις κερκυρ. Κουτό. ότι του πείς το χάφτει, το καταπίνει, καταπότιον, από το χάπι
Χαρ =σημαίνει λάμπειν.
Χαρά=Ιδιωμ.ο γάμος.
Χαρ-χάρι=Ιδιωμ.Χαριστικώς.
Χαράημερα=Το χάραμα, η αυγή.
Χαραξος Μέλας=Αδελφός της Σαπφούς.
Χαραματιά=Άλλως ραφωματιά.Η σχιστιά, χαραμάδα, φυράδα.
Χαραμής=Κλέφτης, άρπαξ, άδικος.Το χαράμι, το αδικοσυναγμένο.
Χαράτσι=χρήμα, χαρατσώνω, πέρνω χρήμα.
Χαρβαλώνω=Χαλώ, διαλύω.
Χάρβαλο=Χαλασμένο, ερειπωμένο.
Χαρεύω=Εύχομαι τοις θεοίς, “πάντες γαρ θεών χαρεύουσιν άνθρωποι”.
Χαρίδαι=γένος εξ ου ο(ι) ιερεύς του Κραναού
Χαρισίαι=πόλις Αρκαδίας, από Χαρισίου παιδός Λυκάονος.(Στεφ. Βυζάν.)
Χαρικλὼ=Η σύζυγος τοῦ ἡλιακοῦ θεοῦ Χείρωνος, θυγάτηρ τοῦ Ἀπόλλωνος.
Χαρικλὼ= Η σύζυγος τοῦ μάντεως Τειρεσίου.
Χαρίκλω =Συνηθέστατο όνομα εις το Πωγώνι Ηπείρου.
Χάρις= Η λάμψις ἡ ἐπὶ τοῦ προσώπου τοῦ ἀνθρώπου ἐπικαθημένη, η προσδίδουσα εις αυτό αίγλην.
Χάρις =Σύζυγος τοῦ Ἡφαίστου, ἐλέγετο Ἀγλαΐα, κατὰ τὸν Ἡσύχιον. Χάρις=Χάρισμα, χαίρειν, χαρά, ιλασμός, ιλαστήριος, ικεσία, χορός “ο ιερός χορός”, ύμνος, ύπατος, υπερίων, υπερήνωρ, υπερβόρειοι.Υμήν θεός του γάμου ιερός.
Χάριτες=κατά την αρχαιότητα ήταν τρεις και ελατρεύοντο ως τρεις αυτοφυείς λίθοι. Αργοί λίθοι ελέγοντο τα λίθινα είδωλα ανεπεξέργαστα μη έχοντα έτι καθωρισμένον σχήμα αλλά σημαίνοντα ωρισμένην θεότητα, βραδύτερον εμμορφώθησαν εις γεωμετρικά σχήματα. Ο Παυσανίας αναφέρει ένα άτεχνο άγαλμα του Ηρακλέους εν Βοιωτία. Και εν Ευρώπη ελατρεύοντο οι αργοί λίθοι. Και οι Εβραίοι είχον τους ιερούς αυτούς λίθους τους Betel, οίκους του θεού καλούμενοι Menhirs Μεν=λίθος , Μεν-έλαος, Μίν-ως ο θαλασσοκράτης, Min-erva. Όλα αυτά έχουν άμεσον σχέσιν προς τας νήσους ημών των άντρων των Παξών. Μίνως=λίθος, πέτρα. Μινώαι = αι πέτραι
Χαροκόπος (κερκ.)= Χωνί. Ο γλεντζές. Χαροκοπώ=Γλεντοκοπώ
Χάρον=δὲ καὶ ὁ Ἡρακλῆς.
Χαρούμενος=ή χαιράμενος ή χαιράμενοι. Ευχή σε προπόσεις, “Ε, βίβα χαιράμενοι”.
Χαρτζαλεύω=Ανακατώνω, πασπατεύω.Χαρτζάβαλος =Ανακατοσούρης. Επώνυμο στην Ήπειρο
Χαρτί =Το βιβλίο, κάθε βιβλίο. “βαστάει κόλλα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι”.
Χάρυβδις=προσωποποιΐα επικινδύνου θαλασσίας δίνης απέναντι της Σκύλλης(Όμηρος) τοποθετείται υπό του Αθηναγόρα ερευνητού, εις τας νήσους των Παξών όπως και όλος ο Ομηρικός κόσμος στο τρίγωνο Θεσπρωτίας-Φαιακίας –Παξών
Χάρυβδις ωμόβροτος=Η αναπινομένη θάλασσα.
Χαρχαρήτι=Ξυλοφόρτωμα, δαρμός.
Χαρτί =Το βιβλίο, κάθε βιβλίο. “βαστάει κόλλα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι”.
Χαρών=θύρα μία του νομοφυλακίου δι ής οι κατάδικοι την επί θανάτω εξήγοντο (Ησύχιος)
Χασάπικος=Παλαιός Βυζαντινός Παντομιμικός Χορός (Μακελλαρικός), αργός, σοβαρός που χόρευαν όπως θέλει η παράδοση οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες με τη συνοδεία τους. Ο ιστορικός Κ.Ν.Σάθας εις το περί του θεάτρου και της μουσικής των Βυζαντινών ιστορικόν δοκίμιόν του γράφει: Ο Μακελλαρικός διατηρηθείς μέχρι της ενεστώτος εκατονταετηρίδος παρά της συντεχνία των βυζαντινών κρεοπωλών, πριεγράφη λεπτομερώς υπό της ελληνίδος Κυρίας Chenier (μητρός του περιφήμου Γάλλου ποιητού) ήτις καίπερ αγνοούσα την υπό των Βυζαντινών ύπαρξιν του αυτού χορού, ουδέν ήττον μετ’ οξυδερκείας ανεγνώρισεν την αρχαιότητα αυτού και πειστικώς ισχυρίσθη ότι εν τούτω διεδραματίζετο η κατά Δαρείου εκστρατεία του μεγάλου Αλεξάνδρου. Γεωργίου Λαμπελέτ Κερκυραίου Μουσικού (βλ,λ.Ζεϋμπέκικος)
Χάσικο=Περιποιημένο αγοραστό ψωμί, φρέσκο, νωπό.
Χασίλη=Απερίφρακτος, μάλλον ιδιόκτητος χώρος μέσα στο χωριό που πιθανόν παλαιότερα να ήταν βοσκήσιμος.
Χάσιος= Ο αγαθός, ο χρηστός και παρά τοις Λακεδαιμονίοις.
Χάσις=Η χάση του φεγγαριού.
Χασμιλίκι=Η βεντέτα, εχθρότης, η επιβεβλημένη εξ εθίμου εκδίκησις αίματος. Ιστ.Η βεντέτα στην πράξη ήταν μαλλον άγνωστη μεταξύ Ελλήνων της περιοχής Πωγωνίου κατά τα τέλη του1800. Διετηρείτο όμως μεταξύ των Αλβανών και Βλάχων.
Χαστιής=όνομα Δήμου
Χατάς=Ζημία, ατύχημα.
Χαττηνία=χώρα τρίτη Γερραίων Πολύβιος ιγ΄ “εστι δ’ η Χαττηνία τάλλα μεν λυπρά, κώμαις δε και πύργοις διασκεύασται δια την εύκαιρον των Γαρραίων ούτοι γαρ αυτήν νέμονται” εστι δε της Ερυθράς Θαλάσσης οι πολίται Χαττινοί, ως αυτός “τούτοις μεν γαρ παρήγγειλε φείδεσθαι της των Χαττηνών χώρας”.(Στεφ.Βυζάντιος)
Χατήρι=Θέλημα, επιείκια.
Χατούμης= Ανίκανος προς εκτέλεσι των συζυγικών του καθηκόντων.
Χαυδώνω=Κάθομαι με ανοιχτά τα σκέλη μπροστά στη φωτιά κατά τρόπον που εμποδίζω τους άλλους να πυρωθούν.
Χαύνοι=έθνος Θεσπρωτικόν “Κεστρίνι Χαύνοι τε και Αυχήεντες Ελινοί” (Στεφ. Βυζάντιος)
Χαύτω=Καταπίνω, τρώγω.
Χάχαλο= Κουτός, βλάκας, μωρός.
Χάχας=Ο γελών χωρίς λόγο.
Χάψας= ο όχι πολύ έξυπνος, με στόμα συνήθως ημιάνοιχτο.”Μωρέ χάψα”=μωρέ χαμένε.
Χαψιά=η μπουκιά
Χατζής=Ο προσκυνητής, κείνος που πήγε και προσκύνησε στους Αγίους τόπους=το Χατζηλίκι. Απ’ όπου έπαιρναν και ειδικό χαρτί ότι πράγματι πήγαν και προσκύνησαν.Οι Χατζήδες έτρεφαν ιδιαιτέρας εκτιμήσεως γι αυτό.Οι ίδιοι επρότασσον το Χατζής μπροστά από το επώνυμό τους Χατζηχρήστος, Χατζηγιάννης κλπ.
Χαύνοι=έθνος Θεσπρωτικόν (Στεφ. Βυζάντιος)
Χε και Ξε = το ίδιο.
Χεδ-Ἑδ=χεδρα=ἕδρα· ἐντεῦθεν καὶ ἡ λέξις Ἀφεδρὼν ταὐτοσήμαντος· καὶ Ἄφεδρος ἡ ἐν τοῖς ἔθεσιν αὐτῆς διατελοῦσα γυνὴ, ἡ «ἀποκαθημένη». Ἐντεῦθεν καὶ τὸ τῆς Γραφῆς «ὥς ράκος ἀποκαθημένης». Καὶ ὅμως ἕδρα ἦτο καὶ τὸ τιμητικὸν Κάθισμα, καὶ τὸ ἱερὸν, καὶ ὁ ναὸς. Ἀφέδιτος δὲ παρὰ τοὺς ἀρχαίους ἡ ἡμέρα τῶν θυσιῶν. Περὶ τῆς ἕδρας, ἐξέδρας, καθέδρας, Ἀφεδρῶνος.(Ἔπιθ. Ἐπιτηρίδα Ἑταιρείας Βυζαντινῶν Σπουδῶν ἔτος ΙΒ´. 1936 σελ. 131).
Χειμαδιό= Υπήνεμο κατάλληλο κατά το μάλλον και ήττον μέρος για χειμωνιάτικο μαντρί, όταν ιδίως η κτηνοτροφία κατείχε πρωτεύουσα θέσι στη ζωή του τόπου.Έτσι έχουμε το ξεχειμαδιό του Κονόμου, Σουλιώτη κλπ.
Χειμέρα=πόλις Σικελίας, Ξενοφών Ελληνικών πρώτω “στρατεύοντες δ’ επί Σικελίαν δέκα μυριάσι στρατιάς αιρούσιν εν τρισί νησί δύο πόλεις Ελληνίδας, Σελινούντα τε και Χειμάραν” (Στεφ. Βυζάντιος)
Χειμέρων ή Χειμέριον=άκρα Θεσπρωτίας χώρας εν Ηπείρω με λιμένα εν αυτώ Θουκ. Α 30 Στράβων (Νικ.Λωρέντη)
Χειμώ=κώμη παραθαλάσσια του νομού Μαρεώτου (Πτολ.Δ΄5,8)(Λιακοπουλ.)
Χειμών=Η ώρα. Κίνδυνος, ταραχή, Ζάλη.
Xειόθασσε το =τσακώνικα, η όχθη της θαλάσσης (χείλος θαλάσσης) Χελιδόνιοι=έθνος Ιλλυρικόν
Χελμός=βουνό της Πελοποννήσου νομό Αχαΐας
Χελιδρονιά-χελιδρονιές,=Η Αγράμπελη.
Χελωνάκια=Τα χοιραδικά, που ήταν πολύ διαδεδομένα κατά τα χρόνια της σκλαβιάς, αποτέλεσμα προφανώς κακής διαίτης.
Χένος-Ξένος=Ο θείος νους, η υψίστις γνώσις. Ιωσήφ προς τον Πιλάτον καθικετεύει: “Δος μοι τούτον τον ξένον τον εκ βρέφους ως ξένον ξενοθέντα, δος μοι τούτον τον ξένον, ον ξενίζομαι βλέπων του θανάτου τον ξένον, δος μοι τούτον τον ξένον, όστις είδε ξενίζειν τους πτωχούς και ξένους...” Βλ.Ξένος.
Χεδ-Ἑδ=χεδρα=ἕδρα· ἐντεῦθεν καὶ ἡ λέξις Ἀφεδρὼν ταὐτοσήμαντος· καὶ Ἄφεδρος ἡ ἐν τοῖς ἔθεσιν αὐτῆς διατελοῦσα γυνὴ, ἡ «ἀποκαθημένη». Χείλη=Προσωδιακή προφορά Χε-ϊ-ί-λη
Χειμάρα= Η ερυθρωπή χρώμα αίματος και οίνου, Ίμερα, Χειμάρα, Κιμμέρια, Καμάρα , Καμάρες. Αθηναγόρας)
Χειμάρρα=Πόλις της Ηπείρου. Πολλά από τα τοπωνύμια με την μετατροπή της προσωδίας σε γραμματική πειθαρχία με το πολυτονικό σύστημα, άλλαξαν γραφή έτσι το χ-ε-ι μετατράπηκε σε χι τα δύο ρρ είχαν άλλη προφορά, η γραμματική έβαλε μία τάξη στην ομιλία μας, αλλά η Προσωδία είχε τη μουσικότητα την οποία απωλέσαμε γι αυτό και δεν είχαμε εξέλιξη στη μουσική μας ανάπτυξη. Μετά την “Τραγωδία” δεν είχαμε εξέλιξη. Έχουμε μείνει στο δημοτικό τραγούδι, τη βυζαντινή υμνωδία και στο αστικό ελαφρό τραγούδι. Επιστημονική μουσική που να συμβαδίζει μαζί με την πνευματική μας εξέλιξη μέχρι στιγμής δεν έχουμε δημιουργήσει, απλά μιμηθήκαμε την ευρωπαϊκή μουσική αρμονία (βλέπε Προσωδία Μ.Σ.)
Χείμαρρος=Μικρός ποταμός της Αργοκλίδος εις την Πελοπόννησο.
Χειμέρα=πόλις Σικελίας, Ξενοφών Ελληνικών πρώτω “στρατεύοντες δ’ επί Σικελίαν δέκα μυράσι στρατιάς αιρούσιν εν τρισί μησί δύο πόλεις Ελληνίδας, Σελινούντα τε και Χειμέραν” (Στεφ. Βυζάντιος)
Χειμέριον=Ακρωτήριον της Θεσπρωτίας με λιμένα .
Χειμών=Η ώρα, και κίνδυνος, ταραχή, ζάλη, διωγμός.
Χείρ=Προσωδιακή προφορά Χε-ϊ-ίρ.
Χείρων, Χερείων, Χερνίος= Ο πτωχὸς.
Χειμέρα=πόλις Σικελίας, Ξενοφών Ελληνικών πρώτω “στρατεύοντες δ’ επί Σικελίαν δέκα μυράσι στρατιάς αιρούσιν εν τρισί μησί δύο πόλεις Ελληνίδας, Σελινούντα τε και Χειμέραν” (Στεφ. Βυζάντιος)
Χελιδόνιοι=έθνος Ιλλυρικόν και Χελιδονίαι πέτραι δύο εισί κεκλημέναι η μεν Κορύδελα ή δε Μελανίππεια (Στεφ. Βυζάντιος)
Χελυδόρεα τα=όρος Αρκαδίας (Σταματάκου)
Χελωνάτος=ακρωτήριον ‘Ηλιδος
Χένος-Χσένος-Ξένος = Ο θεῖος Νοῦς.
Χένος=Ξένοςκπίπτοντος το ρχικο γράμματος προλθον κα α λέξεις: ἐνέρτερος· «νέρτεροι θεο» ἐνεσία. «Γαίης ννεσίῃσιν»· ἐννοσίθχων κα ἐννοσίγανος Ποσειδν, ἔνετοι «νεροι θεο»· ἑνὰς, μονὰς, ἑνιαυτὸς· «Δις μεγάλοι νιαυτο»· ἐννέωρος· «ννέωρος βασίλευε Δις μεγάλου αριστς» Μίνως· ἑνόδιος «νόδιοι θεο». ἐνοδία κάτη, ἐνόδια θυγάτηρ Δήμητρος, ἐνόριοι «νόριοι θεο» ἕνος, ἕνη, παλαιός.
Χέρα= Τσακώνικα. Η Χειρ αρχαία
Χεριά=Όσο μπορεί να περιλάβει κάποιος με το ένα του χέρι. Χερόβολο=Δέσμη από στάχυα σίτου, βρίζας κλπ.
Χερόγραμμα=ιδιόχειρο γράμμα.Χερόδοτα= δοσμένα στο χέρι.
Χερολάβα=χερολαβές.Το χειρόκτιο, η χειρολαβίς των αρχαίων.
Χεροπάνια=Οι πατσαβούρες.
Χέρνιβες=Οι αγνισμένοι δ’ ηγιασμένου ύδατος.
Χερσόνησος=γη εις θάλασσαν εκνεύουσα, (εκ-νέω, νεύσουσα) η μήτε χέρσος, μήτε θάλασσα (Ησύχιος)
Χέρσιδάμας=Υιός του Πριάμου.
Χεταίοι, Εβραίοι-Εβοείς, Γεργεσαίοι, Φοίνικες, Φιλισταίοι, Χαναναίοι και καθεξής κατώκουν, αναπτύξαντες πολιτισμόν ελληνικόν.
Χέσκας=Η χέσκω.Ο χεζής “χεστ’ κε στα βρακιά του”= φοβήθηκε υπερβολικά.
Χθες=Χθιζόν, εχθές.
Χθων=Η γη από της χύσεως.
Χίζι= Ο θυμός.”Ερθε με πολύ χίζι”=πολύ θυμωμένος.
Χιλιοκαλώς=Χίλιες φορές καλά, ως ευχή.
Χίμαιρα= Η Νύμφη, ὁ Χαρμόφρων Ἑρμῆς,
Χίμαιρα, Ιμέρα, Χιμάρα= Παξοί, σώζεται ακόμη τοπωνυμία, Ιμέρα-Χειμέρα-Ημέρα.
Χίμαιρα Χιμάρα, Κιμμερία =ονομασίαι και των Παξών. Χιμάρα σημαίνει ερυθρός
Χίον=Χίγιον ελέγετο εις Αλάτσατα.
Χιονάδες=Κονίτσης.Αλεξανδρούπολις
Χιονάτα=Κεφαλληνίας δεν είναι άσχετα προς την νήσον των Παξών, της οποίας θυγάτηρ είναι η Κεφαλληνία, όπως και όλα που έχουν την ίδια ρίζα χιον.
Χιονάτο=Καστοριάς
Χιόνη-Κυόνη=Αχαΐα.
Χιονόνερο=Η βροχή, και το ψηλό χιόνι μαζί.
Χίος=η νήσος του Αιγαίου σήμερα, τοπωνυμικά της Χίου υπήρχαν εν Καρία εις την Ηπειρωτική-Ασία και εν Νείλω στους Παξούς και Αίγυπτος (Αίγυπτος αρχικά ήταν οι Παξοί) Υπάρχουν τοπωνύμια που δεν επέζησαν του χρόνου, πόλεις με μεγάλους πληθυσμούς, ποταμοί –λίμνες-λιμάνια που τα αγνοούμε λόγω σεισμών, καταποντισμών, γήϊνων ανακατατάξεων, κλπ. και πολλά τοπωνύμια αλλάχτηκαν από τους νεώτερους Έλληνες πιστεύοντας ότι ήταν ξένες λέξεις Σλαύικες, Τούρκικες κλπ.κι αυτές ήταν ατράνταχτες αποδείξεις της πρωτογόνου εποχής.(Μ.Σ.)
Χίος =ελέγετο και Χιόνη εκ της θυγατρός του Οινοποίονος αλλά και Οινηρά, Αιθαλία ως και η Λήμνος και Μάκρις, Πιτυούσα και Αμφίρρυτος, Πεπολόεσσα, Λιπαρωτάτη, Πελιναία και Οφιούσα ονομασίαι αναφερόμεναι αρχικώς εις την Νήσον του Γαΐου δηλ. τους Παξούς, Χίγιου Τιτυού, την Οφιούσαν η ομοιότης είναι καταπληκτική αλλά και αι πλείσται των επί μέρους τοπωνυμιών ανευρίσκονται πράγματι τόσον εν τη αρχαιοτάτη εποχή όσον και σήμερον επί της νήσου των Παξών. Οι κάτωθι ονομασίες όπως Λαϊους, Δώτια, Ελιντακά, Αλίντα και Ελούντα, Ερύθοι-Ερυθραίοι, Κοίλα, Καρδάμυλα, Καρίδες, Πυργί, Λευκωνία, Μελανιό, Πιτυοί, Δελφίνι, Δασκαλειό-Δασκαλόπετρα, Ρίνα, Φανά, Αίπος, Αφροδήσι, Λευκάθεια, Βέσσα, Βοθώνοι, Βυλάκκοι, Δίδυμα, Έζουσα, Κέραμος, Καταρράχτης, Κολώνη,Κορύνεια, Κουρούνια, Κράμνος, Κάστανος, Ολύμποι, Πάγοι, Τράχους, Φλιά, Μέλαγκος, Πλαπούσα, Σκυλλούς, Δαφνούσα, Συκούς, Θολοποτάμι, Ερεικόσυνος, Οξύ βουνό, Κεφαλόουνα, Δρυμώνας, Ροδώνας, Αγρίδιον, Πραστειά, Σώφυρα, Αβρώνυμα, Παροικιά. Της Ωραιάς ή Τσουριάς το Κάστρο, Πολίχνη, Γεροντειό, Κάραβος, Κοχλιές, Λογγόνια, Χάλανδρον, Σκιερό, Μεντωνιά, Τρουλλωτή και τόσαι άλλαι ονομασίαι τας οποίας συναντώμεν εν Παξοίς μηδέ του Στραπούντα εξαιρουμένου.(Λεξικόν Αρχείον της Μέσης και Νέας Ελληνικής τόμος Β΄ σελ.12-48 ένθα αξιανάγνωστον άρθρον του καθηγητού Κ.Αμάντου “Συμβολή εις τα τοπωνυμικά της Χίου”) Χίος υπήρχε και εν Καρία και εν Νείλω. Αθηναγόρας Αι νήσοι των Παξών
Χλαίνη=Επανωφόρι ζεστό των ανδρών, είναι μάλλινο. Η λέξις Ομηρική χλαίνη κατά τους ετυμολόγους, έχει σχέσιν με το χλίω, χλιάζω, χλιαρός, όλα σημαντικά ζεστασιάς.(Π.Μοάτσος Περί Πορφύρας) βλέπε Πορφύρα.
Χλαμύδα-αρχ. χλαμύς =Κοντός μανδύας που φορούσαν οι αρχαίοι ιππείς.
Χλαπακίζω= Τρώγω βιαστικά χλαπ-χλαπ όπως ο σκύλος.
Χλάπατα= Οχλοβοή, θόρυβος.
Χλεμπονιάρης=Καχεκτικός.
Χλιγκαρίζω=Φλυαρώ γελώντας.
Χλιμιτάω=ή χλιμιτρίζω.ρ.χρεμετίζω.Φρ.”Χλιμιτράει τ’ άλογο”
Χλιός= Χλιαρός, λίγο ζεστός.
Χλόη= Πρασινάδα.Επώνυμο της Δήμητρος, όπου ελατρεύετο ως προστάτις της βλαστήσεως και καρποφορίας.
Χλοΐζω=(αρχ.χλοάζω) Πρασινίζω όπως η χλόη.Χλοραίνω,κάνω κάτι χλοερό,χλωρό.
Χλωμόν=Θεσπρωτίας και Πωγωνίου. Χλωμό, Χλωμοτινά Κερκύρας.
Χλωρεσιά=Η χλωρή πασινάδα.
Χλωρός=Ωχρός.(Ησύχ.)
Χνα=η Φοινίκη(ποια απ’ όλες;) εκαλείτο (Στεφ.Βυζάντιος)
Χνόος Όμηρος=αφρός “αλός”
Χνούμη=Το ψιλό άχυρο, από τη λ. χνους.
Χοάσπης=ποταμός Ινδίας
Χόβολη=Υπολείματα από καιόμενα κάρβουνα ή στάχτη.
Χόες= Εορταὶ πρὸς τιμὴν τῶν θεῶν.
Χοληάζω=Λυπούμαι, στενοχωρούμαι “Μη χολιάζεις κι όλα θα περάσουν”
Χολογώ=Ηχολογάω, ηχολογώ.
Χόνη-Χώνη= Τόπος, πέτρα διάτρητος.
Χοιράδες= Αι εγκείμεναι πέτραι.
Χοιράδες= Νησίδια προς Α. της Σαλαμίνος.
Χοιράδες νήσοι= Παρά την Τυρρηνίαν, αι άλλως λεγόμεναι Γυμνάσιαι
Χοιράς= Η νήσος των Παξών όπως και Σύβοτα, και σήμερα ακόμη εις Παξούς υπάρχουν πολλά τοπωνύμια με το όνομα “χοίρος” Αλλά και Φόρκυς αυτό σημαίνει στην Λατινική θυγάτηρ της Ελληνικής, porca ή phorka είναι ο χοίρος.Έχουν μεγάλη σημασία τα ονόματα ζώων και φυτών δια την νήσον των Παξών-Ιθάκη, όπως ο οίνος, ο όνος, βους κ.α.
Χοιρέαι = Θέσεις Εν Ερετρεία της Εύβοιας.
Χοίροι = λέγονται και Γουρούνια.(βέπε Γαρούνα)Χοίροι=οι βράχοι και νησίδες απόκρημνοι και διάτρητοι και αναφέρονται εις τα άντρα και τα κοιλώματα των Παξών, τη ίδια σημασία έχει και ο ίππος, ο τόσον συνδεδεμένος προς τον Ποσειδώνα τον θεό των φρεάτων και των υφαλμύρων υδάτων (Αθηναγόρας).
Χοιρίδια = Βράχοι κοίλοι συγκρατούντα το ύδωρ, οἱ χοῖροι λέγονται καὶ γουρούνια, ἄλλη αὕτη ὀνομασία τῶν κοίλων πετρῶν.Γρύνη η πέτρα,γρύνα πέτρα και σπήλαιον, γρήνος ο καταβεβρωμένος, γούρνα ή γόρνα λέγεται εις Κέρκυραν λίθος κοίλος.
Χοιροκοιτία= Χωρίον της Κύπρου
Χοίρος και Εχίνος =Δεν είναι άσχετα.(Βλέπε Ύστριξ)
Χοίροι= Βράχοι απότομοι και απόκρημνοι εις Παξούς τέτοιοι βράχοι υπάρχουν πολλοί διατηρούντες την ονομασίαν αυτήν: του χοίρου, Γράβα του χοίρου, Τάφρος του χοίρου, Πούντα του χοίρου.
Χοίρου= Φαράγγι εν Οιτήλω.
Χοιροσπηλιά=Τοπωνυμία Λευκάδος.
Χολαὶ καὶ εὐχωλαὶ= Αἱ θυσίαι
Χολαργής(ός)=Δήμος και χωρίον φυλής Ακαμαντίδος της Αττικής, κληθείσα ούτως από του Ακάμαντος υιού του Θησέως.(Νικ.Λορέντης-Ησύχιος)
Χολαργός= σήμερα περιφέρεια Αττικής
Χολλείδαι=δήμος της Λεοντίδος φυλής
Χοληάζω=Λυπούμαι, στενοχωρούμαι “Μη χολιάζεις κι όλα θα περάσουν”
Χολογώ=Ηχολογάω, ηχολογώ.
Χολαίνομαι κερκ.=Στενοχωριέμαι
Χομψώ=νήσος εν τω Νείλω, μέση Αιθιοποίας-Αιγύπτου
Χόνη-Χώνη= Τόπος, πέτρα διάτρητος
Χορείον= Διδασκαλείον, πρόκειται περί χώρου.
Χοροστάσι=Η κεντρική πλατεία του χωριού, το μεσοχώρι που στήνεται και ο χορός.
Χοταχόβα=μικρό χωριό πλησίον της Πρεμετής-Κορυτζά Β. Ηπείρου όπου γεννήθηκε ο μεγάλος ευεργέτης Απόστολος Αρσάκης. Το τοπνμ. Χότα-χόβα μας θυμίζει χωμάτινο ύψωμα, (ρ.χώννυμι με διάφορες έννοιες, χώματα αναχώματα, προσχώσεις τας δημιουργημένας εκ της ιλύος των ποταμών, προσχώματα, καλύπτω δια σωρού χωμάτων, επισωρεύων όγκον χώματος κλπ.(Μ.Σ.)
Χοτζέτι=Το Ιερωνομικό έγγραφο, τίτλος ιδιοκτησία.
Χουγιάζω=Φωνάζω δυνατά εξ αποστάσεως, μαλώνω. Αβασκαίνω. Θα με χουγιάξει ο πατέρας μου=θα με μαλώσει.Κάποιος μου χούγιαξε το παιδί= το αβάσκανε.
Χουζούρι=ραχάτι, στο κρεβάτι αναπαύομαι, χουζουρεύω
Χούκι=ή χούϊ, πλυθ.χούκια, ή χούγια. Συνήθεια, έθιμον φυσικός χαρακτήρας.Φρ.Τώχει χούκι=συνήθειο.
Χουλιαράδες=Τοπωνύμιο Ιωαννίνων.
Χουλιάρι=Κοχλιάριο, κουτάλι.Χουλιάρα ή κουτάλα.Χουλιαροκάλαθο.Άλλως χουλιαρολόγο.Το καλάθι που φυλάσσουν τα κουτάλια. Χουλιαράκια,Ιδιωμ.τα κενά που βρίσκοντια κάτω από το τελευταίο πλευρό αριστερά και δεξιά του στέρνου.
Χουμαϊ=Ο σημερινός χασές. Γυναικείο υποκάμισο από χασέ.
Χουμόν=χυλόν (Ησύχιος)
Χουμπώνω-ομαι=Βυθίζω, αποκρύπτω το πορόσωπο. Να πας να χουμπωθείς= να κρυφτείς, εξαφανίσου από το πρόσωπο της γης.
Χουνέρι=Ανεπάντεχο γεγονός. Περίεργη και όχι ευχάριστη πράξις που προκαλεί έκπληξι. Απάτη, τέχνη, επιτηδειότης.
Χούνι=Εκτεταμένη χαράδρα. Η χοάνη
Χουσμέτι=Υπηρεσία νοικοκυριό,Χουσμεκιάρης υπηρέτης για τις έξω από το σπίτι δουλιές κυρίως.
Χουχλάζω=Κοχλάζω, βράζω.Χούχλος=το κόχλασμα
Χρεμέτης=όνομα ποταμού (Ησύχιος)
Χρήζου=Προφορά τσακώνικη χρσήσου,πλένω,καθαρίζω εκ του χράω.
Χρήμα=Όμηρος μόνον πληθ. Χρήματα, ο Ησύχιος αναφέρει χρήματα αλλά όχι νομίσματα
Χρηστός=Χρηστότης ιδιότης του θεού και των ευσεβών ανθρώπων, χρήστης, χρηστήριον ο μάντις, το μαντείον, χρησμός. Χρίω, χρίσμα, χριστός λέξεις ιερόταται. ως επίσης χάρις, χάρισμα, χαίρειν, χαρά, ιλασμός, ιλαστήριος, ικεσία, χορός “ο ιερός χορός”, ύμνος, ύπατος, υπερίων υπερήνωρ, υπερβόρειοι.Υμήν θεός του γάμου, αγνός κλπ.
Χρονικίς=Ετησίως όλη τη χρονιά.
Χρουσούζης-σούζα-σούζικο=Ανυπρόκοπος,καταραμένος.Αλλως Χρουσουζλαμάς
Χρυσάωρας και Πήγασσος=Είναι μία και η αυτή χρυσή μορφή.
Χρυσάνθεμον=Το φυτόν το έχων το χρώμα του πυρός ταυτιζόμενον προς το χαλκάνθεμον.
Χρυσῆ Χρυσάωρ= Επωνυμεῖτο καὶ αὐτὸς ὁ Ἀπόλλων.
Χρύση=Ο Στεφ.Βυζάντιος αναφέρει τοπωνυμίαν εν Λέσβω, την ονομασίαν αυτήν βρίσκομεν εις αυτήν την Κίλλαν, όπου στον Όμηρο ο ιερεύς του Απόλλωνος ικετεύων αυτόν υπέρ της θυγατρός αυτού Χρυσηϊδος κράζει προς αυτόν: “Κλύθι μευ, ατγρότοξ’, ος Χρύσην
αμφιβέβηκας Κίλλον τε ζαθέην”
Χρύσην =Απαντώμεν και στην Κρήτη.
Χρυσίδα= Μία των πεντήκοντα θυγατέρων του Θεσπιού, από την οποία ο Ηρακλής εγέννησε τον Ονήσιππον.
Χρυσὶς=Μία τῶν ἡμετέρων Θεσπιάδων.Χρύσωρ ἐλέγετο ὁ Ἥφαιστος, καὶ Χρυσάωρ ὁ πατὴρ τοῦ Γυρηόνου, ὅστις εἶναι ἡ προσωποποίησις τῶν Γυραιῶν πετρῶν τῶν Παξῶν, ὁ ἐξουσιαστὴς τῆς Νήσου Ἐρυθείας, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐφονεύθη δῆθεν ὑπὸ τοῦ Ἡρακλέους. Χρυσάωρας και Πήγασος=Μία και η αυτή μορφή.
Χρυσίππην=Μία των 50 θυγατέρων του Δαναού φονεύσαν τον μνηστήρα της Χρύσιππον και τον Μέγαν Χρυσάορα τον πατέρα του Γυρηόνου, κατά τον Ησίοδον.
Χρυσόδουλη=Όνομα συνοικισμού της περιοχής Πωγωνίου
Χρυσόν =Χωρίον Φωκίδος
Χρυσόμηλα= Τὰ χρυσᾶ τῶν ἑσπερίδων μῆλα, τὰ πορτοκάλια καὶ εἶδος κυδωνίων, το χρυσόν του ωού, ο κρόκος.
Χρυσόπολις=εν Βιθυνία πλησίον της Χαλκηδόνος
Χρυσός=Ελληνική λέξη έχουσα άμεσον σχέσιν προς το πυρ και την λάμψιν αυτού και σημαίνουσα το ερυθρωπόν, το κιτρινοπόν. Το λεπτόν ξανθόν χρώμα, το πορφυρούν. Από κει προέρχεται ο χρυσοφαής=(χρυσό φως), ο χρυσοφεγγής ήλιος, η Χρυσώπις Λητώ. Οι μεγάλοι ημών πρόγονοι, προ αναρίθμητων ετών εκκινήσαντες προς πάσας τας διευθύνσεις του κόσμου προς θύραν του χρυσού, επετέλεσαν μέγιστον και υπερθαύμαστον έργον συν τη αθροίσι του χρυσού, εκπολιτίζοντες και κατακτώντες την ανθρωπότητα. Πως μία δραξ ανθρώπων κατώρθωσαν και δη εις μίαν εποχήν καθ’ ήν βασίλευε η βαρβαρότης να υποτάξωσι την οικουμένην όλην; Οι Έλληνες ήσαν κατακτηταί ειρηνικοί, ουχί όμως εξολοθρευταί!
Χρυσολαμπίς=Η πυγολαμπίς.
Χρυσόν =Χωρίον Φωκίδος.
Χρυσός=χ.ρ.ς. Για να δηλώσουν το πολύτιμο μέταλλο οι αρχαίοι είχαν κυρίως τη λέξη “χρυσός” αλλά στη συνθηματική γλώσσα του Ομήρου και των αρχαίων, πλήθος λέξεων τον υπονοούσαν και τούτο για λόγους ασφαλείας και σκοπιμότητος. Χρυσός χ.ρ.ς είναι η αυτή προς το χοίρος χ.ρ.ς. και από τον Γηρυόνη Γ.ρ.ν.της λέξεως γουρούνι=γ.ρ. είναι η αυτή του χρυσός, του γ. Εναλλασσομένου προ του Χ και η λέξις γρόσι η νομιζομένη ξενική, σχετιζομένη δε προς το χρήμα έχει την αυτήν ρίζα με το γ.ρ. και Γερμανικά Grosse σημαίνει παχύς, είδομεν όμως ότι η λέξις παχύς σημαίνει τον έχοντα πλούτον. Η λέξις βους ήτο παράστασις του χρυσού, το ίδιο και η λέξις χοίρος, ασχέτως αρχικώς προς το ζώον το φέρον το όνομα τούτο. Χλούνης, γλούνης, γρούνης ταυτόσημον του χρυσός. Αλλά και υς και συς από το οποίο προέρχονται τα Σύβοτα. Καθώς έχει αποδειχθεί Σύβοτα λέγονταν και τα νησιά των Παξών. Οι Κερκυραίοι αποκαλούσαν χλευαστικά τους Παξινούς “Γουρουνόπαξα” χωρίς να γνωρίζουν πόσο πολύτιμο επίθετο τους απέδιδαν.(Αθηναγόρας)
Χρυσούς=Πολέμαρχος φησί δύνασθαι τον χρυσούν παρά τοις Αττικοίς δραχμάς δύο, την δε του χρυσού δραχμήν νομίσματος αργυρίου δραχμάς δέκα. μνας δε λέγεσθαι τους πέντε χρυσούς (Ησύχιος)
Χρυσοχόον = (Όμηρος) ρ.χέω
Χρυσώψ= Ο έχων το χρώμα του θύρσου, θύρσος δε ο κισσός, ο μέλας, ο ερυθρός. Ήτο το έμβλημα του θεού του οίνου, του Βάκχου-Διονύσου, ο οποίος και κισσονόμος ελέγετο και Θυρσομανής ως και η Ερυθραία Αθηνά Κισσαία εκαλείτο και ο Απόλλων Κισσεύς και η Αφροδίτη η οποία ελέγετο Ερυθραία και Χρυσή, “Η χρυσία Αφροδίτη”
Χρυσός-χρυσάφι=Κατά την εποχή του Ομήρου ο χρυσός είχε μεγάλη τιμή και ήτο προωρισμένος για βασιλείς και θεραπεία θεών.Εκ χρυσού ήσαν τα δώματα του Ποσειδώνος, το δάπεδον του Διός, η αίθουσα του συμβουλίου των θεών και πολλές θεότητες απεκαλούντο με χρυσόν :χρυσέη Αφροδίτη, χρυσοπέδιλα, χρυσόθρονος, χρυσηλάκατος κλπ.
Χρυσος ο= Ομηρικς κόσμος καὶ Οσκουδάμα, τ Θρακικά, ἔκθαμβοι θὰ παραστῶμεν πάντες πρὸ κόσμου αἰγλήεντος καὶ χρυσαυγοῦς ἀφαντάστου. Διότι ἡ Ἤπειρος καὶ αἱ ἀθάνατοι νῆσοι ἡμῶν Παξοί-Φαιακία, ὑπῆρξαν τὸ κέντρον τοῦ ὅλου κόσμου, ὅστις τὸ πᾶν ἔλαβεν ἐξ αὐτῶν ἀπὸ χιλιάδων ἐτῶν· διότι οἱ πρόγονοι ἡμῶν ἦσαν ἐκεῖνοι

«ο πρτοι νήεσσιν πειρήσαντο θαλάσσης
πρτοι δ' μπορίης λιδινέος μνήσαντο,
κα βαθν ορανίων στρων πόρον φράσαντο».

Χρυσούπολις= Αὐτὸ τοῦτο Ἀστανδὰρ ὡς γράφει ὁ Ξενοφὼν, διότι ἄστυ ἐν τῇ ὁμηρικῇ λέξει σημαίνει χρυσὸν καὶ Ἀστυάναξ ἐλέγετο ὁ υἱὸς τοῦ Ἔκτορος καὶ τῆς Ἀνδρομάχης, ὁ καὶ Σκαμάνδριος ἐπιλεγόμενος. Ἄστυ ἐλέγετο ἡ χρυσοφόρος Ζέλεια καὶ τὸ λαμπρὸν Ἴλιον.
Χρυσούπολις=πόλις του νομού Καβάλλας
Χρύσω=Κατά τον Ησύχιον Δαίμων, Χρυσός ο θεός. Δαίμων, Ήρως, ήσαν ταυτοσήμαντα.
Χρυσωπίς=Το πορφυρούν ιμάτιον κατά τον Αριστοφάνην.
Χτίσμα=Πέτρινος τοίχος.
Χυδαίοι οι= Πτωχοὶ χείρονες, πρόστυχοι.Μόνον οἱ ἐγγενεῖς καὶ Ἐφέστιοι θεοὶ ἦσαν ἀγαθοποιοὶ, ἅγιοι, ἱεροὶ, καλοὶ καὶ ἀγαθοὶ θεοὶ, οἱ ἄλλοι ἦσαν κακοὶ καὶ μοχθηροὶ· οἱ μὲν ἦσαν σπουδαῖοι, δηλονότι ἐσθλοὶ, ἀγαθοὶ, κρείσονες.
Χυμούρα= Ελαφρά ευκοιλιότης.
Χυνόπωρο= Φθινόπωρο.
Χυτή==(Όμηρος) χέω- χυμένη- συσωρευμένη “γαία” επί τύμβων.Είδος μεγάλης τηγανήτας που ψήνεται μέσα σε ταψί φούρνου και γίνεται με αλεύρι, αυγά,τυρί και βούτυρο ή και πιο απλά.Χυτόν= χωρίον Ηπείρου
Χύτροι= Εορτὴ ἱερὰ, η τρίτη μέρα των Ανθεστηρίων.
Χύτρος=πόλις Κύπρου
Χυτρόπολις=χωρίον Θράκης
Χυτρίνοι= Κοίλα γης.
Χώμα=ύψωμα γης, όχθη.(Ησύχιος)
Χώνη=Πόλις της Λευκανίας χώρας της Ιταλίας. Χωνήν την Ιταλίαν ούτως πάλαι έλεγον ως φησιν Αντίοχος ο Ξενόφα...εν τω περί Ιταλίας (Ησύχιος)
Χωνία=Χώρα της κάτω Ιταλίας κειμένη προς ανατολάς της Βρεττίας.
Χώνος=Βουνός (Βόθυνος)
Χώρα=μερική γη-το (χω ρήμα), χων, χθων, χωρική γη, χώρος, χωρίτης, χωρικός κλπ.
Χώρα και γόρα = Βράχος και όρος όπως και Κορ-ινθος όπως γόρ-ινθος. Πάγος εξ ου και Αμφίπαγος ελέγετο η Κόρινθος
Χώρα=Κερκυραϊκή απόδοση της πόλεως. “Πάω στη χώρα” δηλ στην πόλη Κερκύρας.
Χωρατάς= Τα χωρατά=αστειολογήματα.Χωρατεύω.Λέγω αστεία.
Χωργιανικό=Το ανήκον στο χωριό, το κοινοτικό.
Χωροδεσπότες=Του Βυζαντίου είχανε τα σπίτια τους στην Κέρκυρα οχυρωμένα και επειδή θεωρούνταν εκπρόσωποι του θεού στη γη γι ΄ αυτό και τα σπίτια τους θεωρούνταν ιερά και λέγονταν Σάκρουμ ή όπως παραφθάρηκε αργότερα και έφθασε ως τις μέρες μας, σαγράδο. (330-1150 μ.Χ.) Οι χωροδεσπότες αυτοί ή Δυνατοί με την πιστευόμενη από το λαό θεία προέλευσή τους είχανε την “υποχρέωση” της εκπαρθένευσης της νύφης των δουλοπαροίκων τους αγροτών οι οποίοι πιστεύανε ότι με την πράξη αυτή των “θεϊκής προέλευσης “Δυνατών “ή Χωροδεσποτών θα μετουσίωναν και στη νέα δημιουργούμενη οικογένεια την ευλογία του θεού. Αυτό τυπικά τελείωσε στην περίοδο της βασιλείας του Μανοήλ Α΄Κομνηνού(1143-1183 μ.Χ.)(Οδυσσέα-Κάρολου Χρ.Κλήμη Ιστορία νήσου Κερκύρας).
Χωροεπισκόποι=Χωρίον Κερκύρας, αλλά και την πόλιν της Κερκύρας οι χωρικοί έλεγον: “πάω στη χώρα” εννοώντας την πόλιν. Χωροεπίσκοποι=ο μη έχων ιδίαν επισκοπήν, αλλ’ εκτελών τα καθήκοντά του σε άλλη επισκοπή.
Χώρος=αγρός, έκτασις, επιφάνεια της γης.
Χωρς’ άλλο=χωρίς άλλο, αφεύκτως, οπωσδήποτε, βεβαίως.
Χωχή=κώμη προς τω Τίγριδι ποταμώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου