Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

ΤΟ ΛΕΞΙΚΌ ΨΙ


Ψι
Ψ=PSHA-CH
Η προφορά στην Ήπειρο του Ψα είναι βαριά
Σύνθετο γράμμα από το πι ή φι με σίγμα=πσ, φσ. Αποδίδεται στον Σίμων, υιοθετήθηκε στην Αθήνα τα χρόνια του άρχοντα Ευκλείδη μαζί με γράμματα η, ω, ξ.
Ψ(ει)=προσωδιακή γραφή
Ψα= (PSHA Βαριά προφορά Ηπείρου).Λίγο, πολύ λίγο.
Ψαθίλλας=χωριό Κερκύρας
Ψίχα=(PSHΙ)Ταυτόσημο με το ΨΑ. Πτσιίχα-Ψιχα= νερόΝόμου πσια νερό”=δώσε μου λίγο νερό.
Ψαιστά=Γλυκίσματα από κοπανισμένο στάρι που τα χρησιμοποιούσαν στις θυσίες.
Ψάκον το=ακρωτήριον της νήσου Κρήτης, κείμενον δυτικώς , τανύν Καπο-Σπάδα λεγόμενον η Τύρος, εν Περιπλ.
Ψάλιον=Μέρος του χαλινού του ίππου.Είδος αλυσίδας του αλόγου κάτω από το σαγόνι.
Ψαλίδα=Το μεγάλο ψαλίδι.Είδος σανίδος.
Ψαλιχίδαι οι=γενεά τις επίσημος εν τη νήσω Αιγίνη, Πινδ.Ισθμ.6
Ψάλμα=Μελωδία που παράγεται από έγχορδο όργανο, ψαλμός.
Ψαλμός=1.Δυνατό άγγιγμα, τέντωμα ή τράβηγμα με τα δάχτυλα κυρίως σε όργανο ή τόξο.2.Άσμα που τραγουδιέται με άρπα. Ψαλμός, ωδή, ύμνος, άσμα.
Ψαλιδόστομος=Λέγεται για τον κάβουρα.
Ψάλλω=Αγγίζω με δύναμη, μαδώ, τραβώ.
Ψάλλω= Άδω θρησκευτικά.Ψάλσιμο, επιμνημόσυνη δέησις κλπ.
Ψαμάθεια=μία των Νηρηϊδων. Και άλλη σύζυγος βασιλέως Άργους Κροτώπου
Ψαμάθεια=θυγάτηρ του Κροτώπου βασιλέως του Άργους η οποία γεννήσασα εκ του Απόλλωνος τον Λίνον εφονεύθη υπό του πατρός της. (υπονοείται ότι από το φόνο, ο Απόλλωνας ο θεός της μουσικής, περίφημος μουσικός και ο Λίνος, αιγιαλός η Ψαμάθεια ο Κρότω-πος πατέρας χάλασε την παράσταση με θόρυβο που έκανε και “φόνευσε” αυτήν πνίγοντας την γλυκειά φωνή του Λίνου δηλ. Από τον κρότο των κυμάτων της θαλάσσης την ώρα που ο Λίνος τραγουδούσε πνίγηκε από το θόρυβο η φωνή του και χάλασε την παράσταση (Μ.Σ.)
Ψαμάθη=προσωδιακά Ψαμάθεια. Θυγάτηρ του Νηρέως και της Δωρίδος.
Ψαμαθία=Αιγιαλός.
Ψαμαθούς=Ψαμάθη, πόλις και λιμήν Λακωνίας.
Ψαμαθός=νησί, πόλη, λιμάνι και κόλπος κοντά στο Ακίον Αλγερίας
Ψάμαθος=Όμηρος(Ψ)Αμμος παραθαλάσσιος, Ψάμμος, Ψαμίαση (ιατρικώς). Ψάμαθος=
Αμώδες έδαφος (Σταματάκου)
Ψαμαθούς=πόλις Λακωνική Ψαμμηνίτος ο=υιός και διάδοχος του Αμάσιος, τελευταίος βασιλεύς της Αιγύπτου προ της Περσικής δυναστείας, βασιλεύσας περί το 525 έτος π.Χ.ότε νικηθείς κατά κράτος υπό του βασιλέως των Περσών Καμβύσου ελήφθη υπ’ αυτού αιχμάλωτος Ηροδτ.
Ψάμμος=η άμμος παρά την θάλασσαν
Ψαμάτι=τοπωνύμιο Πελοποννήσου
Ψάνα=Στάχυα σταριού με ημιγινωμένο ακόμα τον καρπό, που καψαλίζοντάς τα στη φωτιά τρώγουνται.
Ψαρ =ψαρός, ιων.ψηρ –ψηρός, ωδικόν πτηνόν το ψαρόνι, μαυροπούλι
Ψαρά =σημαντικό νησί του Αιγαίου βορειοδυτικά της Χίου, κατά το 1821 οι Τούρκοι έσφαξαν τους κατοίκους, αυτό στάθηκε αφορμή για να εμπνεύσει πολλούς καλλιτέχνες της εποχής όπως ο ζωγράφος Ντελακρουά με τον περίφημο πίνακα “Η σφαγή της Χίου”, ο Διον.Σολωμός με το στίχο του ¨Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη, περπατώντας η δόξα μονάχη…”, Ψαριανός ο κάτοικος. Αξίζει να επισκέπτεται κανείς το νησί όχι μόνο για την ιστορία του (περίπου 1200 -2000 κατοικήθηκε) για να θαυμάζει την αισθητική του χώρου, τα σπίτια με τα ανάγλυφα και ζωγραφιστά στολίσματα, τους θυρεούς των σπιτιών, τους κήπους που όλα παραμένουν με μεγάλη φροντίδα κλπ.κλπ.(ΕΡΤ 1972)
Ψαρ-ός= προήλθε το (πσ)Ψ. Το όνομα αυτό ανήκει σε πτηνά μεταναστευτικά, τα οποία εμφανίζονται στη χώρα μας τον χειμώνα και την άνοιξι, στον Όμηρο συναντούμε τη λέξι συναπτόμενη με το όνομα “κολοιός” το γνωστό “καλιακούδα” “των δ’ ώστε ψαρών νέφος έρχεται ηδέ κολοιών” ζουν δε νομαδικά. Η αναταραχή των πουλιών κατά το πέταγμα του σμήνους από περιοχή σε περιοχή εθύμιζε την αναταραχή της θάλασσας υπό της Τρΐαινας του Ποσειδώνα, ο οποίος δια του ανέμου την ταράζει ανεβάζοντας την άμμο του πυθμένος στην ακτή.
Ψαρί=Το άσπρο άλογο που έχει το χρώμα του ψαριού.
Ψαροκόκκαλο=Είδος κεντίσματος στις εγχώριες γυναικείες κάλτσες.
Ψαφίς=χωρίον και δήμος Αττικής πλησίον του Ωρωπού παρά του οποίου ευρίσκετο το αρχαίον μαντείον του Αμφιάρεω, ανήκει ο δήμος ούτος εις την Αιαντίδα φυλή (Στεφ. Βυζάντιος)
Ψάχαλο=τσάχαλο (βλέπε ψίχα) ψίχαλο
Ψεδνή=(ψάω)Όμηρος μαδαρά , αραιά
Ψέλκις ή Ψάχις=σημαντική πόλι στην αριστερή όχθη του Νείλου. Ερείπια στη σημερινή Δάκκε (Πρωΐας)
Ψελλός Μιχαήλ=(1018-1096 μ.Χ.) Η μητέρα του Θεοδώτης είχε μεγάλη επίδραση στην πνευματική του ανάπτυξη βοηθώντας να εξελιχθεί αργότερα σε μία ισχυρή, καλλιτεχνική με ευαισθησίες και πολλά χαρίσματα προσωπικότητα. Θεωρείται ο τελευταίος των Ελλήνων που είχε ως πρότυπα στη ζωή του όλα τα έργα των αρχ. Ελλήνων φιλοσόφων, ρητόρων, ποιητών μέχρι και τους συγχρόνους του στο Βυζάντιο. Έξυπνος όσο και ευαίσθητος, ρήτορας με γλώσσα που όπως ο ίδιος γράφει: “Η τέχνη της διάταξης των λέξεων με μαγεύει”. Ιδιαίτερη προσήλωση κατά την ρητορική του ήταν το ύφος σε συνδυασμό με τον πλούτο και την ποικιλία των λέξεων, η αρμονία του λόγου και το χρώμα, δηλαδή η έκφραση αυτών που έλεγε. Σημαντικό το βιβλίο του “ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΙΑ”. Ο Εμίλ Ρενώ ο Γάλλος βιογράφος του τον αποκαλεί “άξιος προάγγελος της Αναγέννησης σε μια εποχή παρακμής, ανάστησε, με την έξοχη τέχνη ενός ανθρωπιστή, την αρχαία σαγήνη της ελληνικής πρόζας!” . Ήταν ο τελευταίος των Ελλήνων που χρησιμοποίησε την κοινή γλώσσα την προφορική γνωρίζοντας και την κοινή γραπτή γλώσσα στο σύγγραμμά του “Περί Γραμματικής¨ μνημονεύει τις 4 μεγάλες διαλέκτους: αιολική, δωρική, ιωνική και αττική που συνέχεια αυτών είναι η κοινή. Σ’ αυτή την κοινή συνέθεσε όλα του τα έργα.
Ψελλίζειν=ασήμως λαλείν (Ησύχιος)
Ψελλός=ο το σίγμα παχύτερον λέγων (Ησύχιος) όπως προφέρεται από τους Ηπειρώτες αλλά χωρίς τη γραφή, διασώθηκε μόνο προφορικά, ενώ οι Γάλλοι το προφέρουν και γράφουν τα Ch. σημαίνει = αυτός που δυσκολεύεται στην άρθρωση, ο τραυλός
Ψευδ-άγγελος=(Όμηρος) ο ψευδή αγγέλλων
Ψήδι=Ψήδια χαρτόνι χοντρό χρησιμοποιούμενο κατά το δέσιμο των βιβλίων ως κάλυμα.
Ψηλορείτης=Το όρος Ίδη(βλέπε λέξη) της Κρήτης
Ψήρας=Ομηρος βλέπε ψαρ
Ψήφοι=ήχοι, κτύποι
Ψια=Χαρά, γελοίασμα, παίγνια, λίγο “δωμ ψια νερό”
Ψιας=Ψιχάλες, σταγόνες, ρανίδας, ψια στην Ήπειρο “δωμ ψια νερό” σήμερα λέμε “δωσε μου λίγο νερό”. Ψιας ψιάδας=(Όμηρος)
Ψίζω ή Ψίω= Ψωμίζω, τρέφω.
Ψίκι=Το βυζαντινό οφίκιον, η γαμήλιος πομπή.Εθιμ.Στο ψίκι προηγείται το αρματωμένο
με τα προικιά άλογο που έχει καβαλήσει ένα συγγενικό αγόρι του γαμβρού.
Ψιλομύτης=Υπερήφανος, αλαζών.
Ψίχα = (PSHΙ)Ταυτόσημο με το ΨιΑ. Πτσιίχα-Ψιχα= νερόΝόμου πσια νερό”=δώσε μου λίγο νερό,Ψια
Ψίχες=Ψιχίδια αι αποπίπτουσαι των άρτων τεμνομένων (Ησύχιος). Εκ του αρχαίου ψιξ-το έσω απαλό μέρος τρίμματα του άρτου, ψίχαλο, ψίχουλο
Ψολογώ=(Οπισθολογώ) πίσω λέγω.Υβρίζω, καταριέμαι, ελεεινολογώ απόντα όμως. “Θα σε ψομολογούν άμα πεθάνεις.
Ψοφίμια = Λέσια μαύρα δημ.τραγ.Μακεδονίας
Ψόφος=Ο κτύπος, ήχος. Ο θάνατος ζώου. Δυνατό κρύο “σήμερα έχει ψόφο”
Ψυγεία=Αγγεία εν οις ύδωρ ψύχεται (Ησύχιος).
Ψύλλοι=λαός της Κυρηναϊκής χώρας εν Αφρική κατοικούντες δυτικώς των Νασαμόνων υπό των οποίων τούτων πρωϊμως εξολοθρεύθησαν. Περί των Ψύλλων τούτων ελέγετο ότι δεν εβλάπτοντο ουδ’ όλως από τους εν τη χώρα αυτών φαρμακερούς όφεις, αναφέρονται πολλές διηγήσεις, πολλών αρχαίων ιστορικών Ηρόδοτος (Στεφ Βυζάντιος)
Ψυλλοτοξόται=επίπλαστοι κάτοικοι της Σελήνης υπάρχει και πόλις Σελήνη(;)
Ψύρα-Ψυρίη-Ψαρά=Νήσος μικρά του Αιγαίου πελάγους απέναντι από τα παράλια της μικράς Ασίας δυτικώς της Χίου με μίαν πόλιν επ’ αυτής Ψύριος-ία-ιον ο κάτοικος.
Ψυρίη=(Όμηρος) μικρά νήσος πλησίον της Χίου.Ψυρίης νήσος μικρά (Ησύχιος) βλέπε Ψαρά-Χίος, Ψυρή συνοικία Αθηνών
Ψυρίς= τοπωνύμιον Αθηνών Ψυρή, γη λυπρά (λεπτήν), χέρσος,
Ψύριος=ακάθαρτος απο Ψύρ(ω)ν της νήσου (Ησύχιος)
Ψυττάλεια=νήσος περί Σαλαμίνα.(Ηρόδοτος) κοιν. Λειψοκουτάλα εις την νησίδα την Ψυττάλειαν την μεταξύ Σαλαμίνος κειμένην και της ηπείρου. (Ηρωδιανός) μέντοι Ψυττάλην αυτήν καλεί “έοικε δε το Ψυττάλεια πρωτότυπον είναι, ως (Αγάμμεια) Μαντίνεια Ερύθεια Ζέλεια αφ ού κατά συναλοιφήν εγένετο ως Αγάμμη Μαντίνη Ζέλη Ερύθη, περί ων κατά τους οικείους ειρήκαμεν τόπους το εθνικόν Ψυτταλεύς ως Ατταλεύς Μαντινεύς Αντιοχεύς, έστι γαρ η Ψυττάλεια ως Αττάλεια κέκληται δε από Ψυττάλου (Στεφ. Βυζάντιος)
Ψύχα-αρχ. προσωδία με κλειστό το στόμα=ψούχα -τσακώνικα, πσιούχα=με βαριά ηπειρώτικη προφορά= ψυχή: Δώμου πσιούχα κομμάτι πσιουμί. Λίγο ψωμί.
Ψυχαγωγός=Ο ανδραποδιστής και ο απατεών.Ο κατάγων τας ψυχάς του Άδου.Ησυχ.
Ψυχή=Προφέρεται πάντα όπως το ΨΑ και Ψίχα. “Πσή μου και καρδιά΄μου” αγάπη μου, λατρεία μου.
Ψυχικό=Το μεταξύ του στήθους και της κοιλίας μέρος.
Ψυχικάτα=Κατ’ άτομο, κατά κεφαλή, ψυχήν.
Ψύχιον=Χωρίον και λιμένας της Κρήτης, Ψυχικόν τοπωνύμιον Αττικής.
Ψυχομαντεῖα=Ετοποθετοῦντο εἰς σπήλαια καὶ χάσματα τῆς Γῆς, ἐν Ἀχαΐᾳ τῆς Πελοποννήσου, τὸ παρὰ τὸν Ἀχέροντα καὶ τὴν Ἡράκλειαν Νεκρομαντεῖον, τὰ κατὰ τὸ Ταίναρον βάραθρα...
Ψυχοπονώ=Συμπονώ, αγαπώ ολόψυχα από οίκτο.
Ψυχοχάρτι=Το χαρτί που γράφουν τα ονόματα των πεθαμένων και το δίνουν στον παπά να τα μνημονεύσει σε τρισάγιο, ψυχοσάββατο κλπ.
Ψύχρος=ποταμός Κολχίδο;
Ψώθιον=το υποκάτω του άρτου.Ψώθια τα του άρτου αποθραύσματα, και τα υποκάτω (Ησύχιος) (βλ.ψιχία)
Ψωμί=”Δώσε μία λευτή ψωμί” στην Κέρκυρα έτσι ζητούσαν από το φούρναρη το ψωμί Ψωμοί= ο Ψωμός Ψάω αρχ.στον Όμηρο λέγεται η δαγκανιά, μπουκιά όσο χωράει το στόμα του ανθρώπου
Ψωμοζιάω=Με δυσκολία εξοικονομάω το ψωμί μου.
Ψωμολυσιάζω=Υποφέρω, στερούμαι και αυτού του ψωμιού ακόμη.
Ψωμώνω=Ωριμάζω προκειμένου κυρίως περί σιτηρών κ.α.Ψωμομένος, ώριμος, εύσαρκος, παχύσαρκος.
Ψωμοπατώ=Αδιαφορώ, είμαι αγνώμων σε εκίνους που μου παρέχουν τα μέσα της ζωής.
Ψωμοτόπι=Τόπος γόνιμος.Παρ. “Κάλλια ψωμοβάσταε παρά ψωμοζήταε”=να είμεθα προμηθείς κι όχι επιμηθείς.
Ψωμοχαλπάς=Κείνος που τρώει πολύ ψωμί.
Ψώρα=αρχαία λέξη
Ψωραροί=τοπωνύμ. Κερκύρας, η λέξη αψό-ρροος, στον σχολιαστή του Όμήρου διαβάζουμε (σρόFος,σρέFε, ρέω) -αψορρόου ωκεανοίο=ταχυρόου επειδή Ωκεανός ή παλιρρόου δια του κύκλω περιθρίν την γην.
Ψωριάρες=ν. Βλαχέρνας Άρτης
Ψωρίλι= είδος αγριολάχανου παρομοιαζομένου ως ψωραλέου την εμφάνισι.
Ψωρούλα=μικρή πλατεία πόλεως Κερκύρας
Ψωφίς=Όνομα αρχαίας πόλεως και σημερινού χωρίου της Αρκαδίας. Ψωφίς υπήρχε και παλαιοτέρα της Ακαρνανίας.Ψωφίς-δος και στη Λιβύη. Και η Ζακυνθίων ακρόπολις Ψωφίς ως Παυσανίας φησίν ογδόω περιηγήσεως.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου